Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλεκτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλεκτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/7/10

ΑΡΧΑΪΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ: ΛΕΞΕΙΣ ΑΜΕΣΗΣ Α.Ε. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ)

2.2. ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Στο επίπεδο αυτό θα εξετάσουμε έναν σημαντικό αριθμό λέξεων που προέρχονται από την Α.Ε. Αναλόγως του είδους της προέλευσής τους μπορούν να διακριθούν σε άμεσες ή έμμεσες. Με τον όρο άμεσες νοούνται οι λέξεις του Ι.Ι. οι οποίες, με ορισμένες φωνολογικές ή/και σημασιολογικές διαφοροποιήσεις, απαντώνται αυτούσιες στην Α.Ε. προερχόμενες έτσι άμεσα από αυτήν, ενώ με τον όρο έμμεσες νοούνται λέξεις του Ι.Ι. οι οποίες δεν απαντώνται αυτούσιες στην Α.Ε., αλλά που προέρχονται κατά τρόπο έμμεσο από Α.Ε. στοιχεία.
Με την σειρά τους οι έμμεσες αυτές λεξικές μονάδες του Ι.Ι. κατηγοριοποιούνται σε λέξεις πλήρους ή μερικής Α.Ε. προέλευσης. Λέξεις πλήρους ή ολικής Α.Ε. προέλευσης είναι αυτές των οποίων όλα τα στοιχεία προέρχονται από την Α.Ε. ενώ αντιστοίχως μερικής ή τμηματικής Α.Ε. προέλευσης είναι οι λέξεις (σύνθετες ή παράγωγες)των οποίων το σύνολο των στοιχείων δεν προέρχονται από την Α.Ε. αλλά μόνο ένα μέρος, ένα τμήμα αυτών, αντλώντας έτσι στοιχεία και από άλλες γλώσσες και μάλιστα την Τουρκική.


2.2.1. Λέξεις άμεσης Α.Ε. προέλευσης

1. ΡΗΜΑΤΑ

αλάζουμι [ < αρχ. ελαύνω ] 1.κωπηλατώ, 2.κάνω βόλτα.
ανιρρ’φώ [ < αρχ. αναρροφέω-ω ] αναρουφώ, ξανακαταπίνω.
ανουρταλίζου [ < αρχ. ανορταλίζω ] αναφτερουγίζω, χτυπώ τις φτερούγες μου.
απουδέρνου [ < αρχ. αποδέρω ‘χτυπώ γδέρνω εντελώς’ ] χτυπώ δυνατά.
απουκλειώ [ < αρχ. αποκλείω ] αποκλείω.
αρίζου [ < αρχ. ερίζω ] φιλονεικώ, διαπληκτίζομαι.
αρλυέμι [ < αρχ. ωρύομαι ] ουρλιάζω.
βαγγιλίζου [ < αρχ. ευαγγελίζομαι ‘ φέρω καλές ειδήσεις’ ] διαβάζω, φυλάσσω το Ευαγγέλιο.
γανώνου [ < αρχ. γανόω-ώ ] γυαλίζω χάλκινα σκεύη.
γηρώ [ < αρχ. γηράω-ώ ] γερνώ.
’γραίνου [ < αρχ. υγραίνω ] μουσκεύω.
δαμάζου [ < αρχ. δαμάζω ] χτυπώ βίαια.
διαλλάσσου [ < αρχ. διαλλάσσω ‘συνδιαλλάσσομαι’ ] διαβαίνω, περνώ.
διαμιτρώ [ < αρχ. διαμετρώ ] (κατά)μετρώ.
διχώ [ < αρχ. διχάζω ‘διαιρώ’ ] εμποδίζω.
ζ’γκιρνώ [ < αρχ. συγκεράννυμι ] αναμειγνύω (ζεστό και κρύο νερό).
ζ’γκλαίγου [ < αρχ. συγκλαίω ] συλλυπούμαι.
ζ’γκουλλιέμι [ < αρχ. συγκολλάομαι – ώμαι ] εξαρτώμαι από κάποιον.
κ’τιάζου [ < αρχ. κοιτάζω ] 1.βάζω στο κρεβάτι, 2.πάω στο κρεβάτι.
καταπουνώ [ < αρχ. καταπονέω-ώ ] καταβάλλω, κουράζω, καταπονώ.
λ’γουρώ [ < αρχ. ολιγορέω-ώ ‘παραμελώ’ ] μου λείπει πολύ (κάποιος), λιμπίζομαι, λαχταρώ.
λαλώ [ < αρχ. λαλέω-ώ ] φωνάζω, μιλώ δυνατά.
λέχου [ < αρχ. ελέγχω ] ελέγχω.
λιέμι [ < αρχ. αλάομαι – ώμαι ] περιπλανιέμαι, γυρίζω άσκοπα.
μαστίζου [ < αρχ. μαστίζω ‘μαστιγώνω, δέρνω’ ] βασανίζω, ταλαιπορώ.
μέχουμι [ < αρχ. μάχομαι ] διάκειμαι εχθρικώς.
μιγαλύνου [ < αρχ. μεγαλύνω ] μεγαλώνω (αμετβ. – μτβ.).
μιταδένου [ < αρχ. μεταδέω ‘δένω διαφορετικά’ ] λύνω ένα ζώο από ένα μέρος και το δένω σε ένα άλλο.
μιταλλάσσου [ < αρχ. μεταλλάσσω ] αλλάζω, εναλλάσσω.
μιτέχου [ < αρχ. μετέχω ‘συμμετέχω’ ] (επί συζύγων) συνουσιάζομαι.
’μουλουγώ [ < αρχ. ομολογώ ‘συμφωνώ’ ] μιλώ.
νίφτου [ < αρχ. νίπτω ] πλένω
νουγώ [ < αρχ. νοέω-ώ ] κατανοώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι.
’ξ’πώ [ < αρχ. εκσυσπάω-ώ ] ξαφνιάζομαι, τρομάζω.
ξανιστήνου [ < αρχ. εξανίστημι ‘ανεγείρω’ ] ανασταίνω.
ξιμαργώνου [ < αρχ. εκμαργόω – ώ ‘τρελαίνω’ ] αναζωογονώ κάποιον που παραλίγο να παγώσει.
ξιπαίρνουμι [ < αρχ.εξεπαίρω ‘διεγείρω’ ] γίνομαι ψηλομύτης.
ξιτσ’λώ [ < αρχ. εκτιλάω – ώ ] εκκρίνω περιττώματα.
ξυώ [ < αρχ. ξύω ] ξύνω.
παραθέτου [ < αρχ. παρατίθημι ‘βάζω δίπλα’ ] μαζεύω προς φύλαξη.
παραμένου [ < αρχ. παραμένω ‘μένω κοντά’ ] ξαγρυπνώ στο πλευρό κάποιου.
’παρμέγου [ < αρχ. aπαμέλγω ‘βυζαίνω’ ] σταματώ το άρμεγμα.
’πικαθιρίζου [ < αρχ. αποκαθαίρω ] καθαρίζω.
’πισφίγγουμ’ [ < αρχ. aποσφίγγω ‘συσφίγγω’ ] σταματώ να σφίγγω, χαλαρώνω.
’πιτρίβου [ < αρχ. αποτρίβω ‘καθαρίζω διά τριβής’ ] σταματώ να τρίβω.
προυσάφτου [ < αρχ. προσάπτω ‘προσθέτω’ ] ανάβω φωτιά με προσάναμμα.
ρ’γώ [ < αρχ. ριγόω-ώ ] κρυώνω, ριγώ.
σ’ναλλάσσου [ < αρχ. συναλλάσσω ] αλλάζω.
φτ’ώ [ < αρχ. πτύω ] φτύνω.
χριώ [ < αρχ. χρίω ] ασβεστώνω, ασπρίζω, αλείφω.

2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

αγριά [ < αρχ. αγριάς ] αγριάδα, είδος αγριόχορτου.
Αγρίδια [ < αρχ. αγρίδιον ‘μικρός αγρός’ ] τοπωνύμιο.
άδραχτους [ < αρχ. άτρακτος ] αδράχτι.
ακόν’,το [ < αρχ. ακόνη ] ακόνη.
άναψ’ [ < αρχ. άναψις ‘άναμμα’ ] 1.ζέστη, 2.δίψα.
απίλουγους [ < αρχ. απόλογος ‘διήγηση’ ] τελευταία λέξη του ετοιμοθάνατου.
αφουδιά [ < αρχ. άφοδος,η ] έκκριμα, περίττωμα.
β’νί [ < αρχ. βουνός ] βουνό.
βαλάν’ [ < αρχ. βάλανος ] βελανίδι.
γουνιά [ < αρχ. γωνία ] εστία, τζάκι.
’γριότ’ [ < αρχ. υγρότης ] υγρότητα, υγρασία.
δαμάλα [ < αρχ. δάμαλις ] μικρή αγελάδα που δεν γέννησε ακόμη.
’δρόλ’πας [ < αρχ. υδρολαίλαψ ‘ανεμοθύελλα’ ] ψιλή βροχούλα.
ζ’γός [ < αρχ. ζυγός ] μακρύ ξύλο του αλετριού που μπαίνει στον σβέρκο των βοδιών.
θέρους [ < αρχ. θέρος ] θέρισμα.
ίδρους [ < αρχ. ιδρώς ] ιδρώτας.
κ’νό [ < αρχ. κοινόν ] κοινότητα.
καταρράχτ’ς [ < αρχ. καταρράκτης ] καταπακτή.
κατέβασ’ [ < αρχ. κατάβασις ] 1.κάθοδος, 2.καταρροή.
κουμμός [ < αρχ. κομμός ‘χτύπημα’ ] εξάντληση.
κρυφτής [ < αρχ. κρύπτη ] κρυφτό.
λ’για [ < αρχ. λύγος,η ] λυγαριά.
λούβα [ < αρχ. λώβη ] λέπρα.
μ’κριότ’ [ < αρχ. μικρότης ] μικρότητα.
μ’ναίου [ < αρχ. μηνιαίος ] μηνιάτικο.
νάμα [ < αρχ. νάμα ‘τρεχούμενο νερό’ ] κρασί θείας κοινωνίας.
ξόγανου [ < αρχ. ξόανον ] (ειρων.) βλάκας, γελοίος.
όμπυους [ < αρχ. έμπυος ‘ο έχων πύον’ ] πύον.
ούγια [ < αρχ. ώα ‘περιθώριο’ ] άκρη υφάσματος.
ουρτιά [ < αρχ. ορθή ] η ‘καλή’, μπροστινή πλευρά υφάσματος.
παίδους [ < αρχ. παίς ] νεαρός.
παλιότ’ [ < αρχ. παλαιότης ] παλαιότητα.
παραστατό [ < αρχ. παραστάτης ‘ ο στεκόμενος κοντά σε κάποιον’ ] παραστάδα πόρτας.
ρίγους [ < αρχ. ρίγους ] ανατριχίλα.
σεύκλου [ < αρχ. σεύτλον ] σέσκουλο.
’στιά [ < αρχ. εστία ] εστία, τζάκι.
στίμα [ < αρχ. στίγμα ] λεκές, κυλίδα.
σφουγγούνα [ < αρχ. σπογγιά ] πνεύμονας.
ταγή [ < αρχ. ταγή ‘διευθέτηση’ ] ζωοτροφές.
τέκνου [ < αρχ. τέκνον ] παιδί.
τρόχαλους [ < αρχ. τροχαλός ‘στρογγυλός’ ] ξερολιθιά.
φ’λιά [ < αρχ. φιλία ] 1.φιλία, 2.φιλοδώρημα.
’φάλ’ [ < αρχ. ομφαλός ‘κεντρικό σημείο’ ] καταπακτή.
φθίσ’ [ < αρχ. φθίσις ] φυματίωση.
χ’λιάρ’ [ < αρχ. κοχλίας ] 1.κουτάλι, 2.(μτφρ. – ειρων.) κουτσομπόλης.
χ’μάδέλ’ [ < αρχ. χειμάδιον ] μικρό μέρος για ξεχειμώνιασμα.
χιουνιάς [ < αρχ. χιών ‘χειμώνας’ ] καιρός που χαρακτηρίζεται από δριμύ ψύχος.
ψαθί [ < αρχ. ψίαθος ] μικρή ψάθα.

3. ΕΠΙΘΕΤΑ

άκρατους [ < αρχ. άκρατος ] γνήσιος
αλλόφ’λους [ < αρχ. αλλόφυλος ‘ξένος’ ] Διάβολος, Αντίχριστος.
αν’φέλ’τους [ < αρχ. ανωφέλητος ‘άχρηστος’ ] 1.αδύναμος, 2.άτακτος.
άπ’ρους [ < αρχ. άπυρος ] άβραστος.
αχείμαστους [ < αρχ. αχείμαστος ‘ο άνευ τρικυμιών’ ] ο άνευ χιονοπτώσεων.
βλάστ’μους [ < αρχ. βλάσφημος ] υβριστής.
’γρός [ < αρχ. υγρός ] βρεγμένος.
μανός [ < αρχ. μανός ] χαλαρός, πλαδαρός.
μιλιχόν’ς [ < αρχ. μελάγχολος ‘ο πάσχων από ίκτερο’ ] φιλάσθενος.
παράβατους [ < αρχ. παραβάτης ] άτακτος.
παραβλιπός [ < αρχ. παραβλώψ ] αλλοίθωρος.
σκατουφάς [ < αρχ. σκατοφάγος ] (μτφρ. – υβρ.) ευτελής άνθρωπος.
τιμ’κός [ < αρχ. τιμητικός ‘ο εκτιμών την αξία κάποιου πράγματος’ ] αξιοσέβαστος.
ψιακός [ < αρχ. ψίαξ ‘σταγόνα’ ] πολύ πικρός.

Πηγή: Τζαβάρας Ξενοφών 2003: "Αρχαϊκά στοχεία στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου", Πρακτικά του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικής Διαλεκτολογίας (Αθήνα 6-8 Δεκεμβρίου 2001): 499-504.

17/5/10

ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (Επιλογή)

αγαλιά: ο σκίουρος
αθύμαρους: το θυμάρι
αλόρτους: όρθιος
άλ'πας: γη φτωχή και άκαρπη
ανημπουράδα: ασθένεια
απανουμιά: απάνεμο μέρος
απ'κάζου: μυρίζομαι
αραγίδα: νεράιδα
ασγαλώνω: σκαλώνω, κρεμάζομαι
β'νιά: κοπριά
ζαίνου: βρωμώ
ζούμπιρα: τα ζώα
κατράγκαθους: αράχνη
κατσιπουδιά: κακοτυχία, αναποδιά
κούτλους: χωρίς κέρατα
κουτσνίδα: τσουκνίδα
κρατούνα: νεροκολοκύθα
μάνι-μάνι: γρήγορα
μουντέρνω: ορμώ, επιτίθεμαι
μπόλι: ελιά (το δέντρο)
ξισιάζου: περιποιούμαι
ξιταφώνου: εξολοθρεύω
τραπουδίζω: βάζω τρικλοποδιά
τρόχαλος: μάντρα πέτρινη, τοίχος
ψιακή: πικρή, δηλητήριο
γουρτζέλι: γουρουνάκι

Πηγή: Kokkinakis service

7/4/10

ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΙΜΒΡΙΑΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ

1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η γλώσσα , που εκτός από το τελειότερο όργανο επικοινωνίας, είναι και φορέας της παράδοσής μας, στοιχείο αναπόσπαστο της εθνικής μας παράδοσης, είναι δυνατό να συρρικνωθεί ή ακόμα και να πεθάνει. Υπάρχουν δύο είδη γλωσσικού θανάτου: ο απότομος, σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, γενοκτονίας και απότομης εξαφάνισης των ομιλητών της γλώσσας και ο σταδιακός που μας ενδιαφέρει καθώς βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση του Ιμβριακού Ιδιώματος. Οι γλωσσικές μορφές που πλήττονται και κινδυνεύουν περισσότερο από τον σταδιακό γλωσσικό θάνατο είναι κυρίως οι μειονοτικές γλώσσες καθώς και οι γλωσσικές διάλεκτοι – ιδιώματα , γλώσσες δηλ. που θεωρούνται, εντελώς λανθασμένα, ως κατώτερες σε σύγκριση με τις επίσημες – καθιερωμένες (standards) γλώσσες.


2. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ( Συρρίκνωση του Ιμβριακού Ιδιώματος )
Η Ιμβριακή λαλιά, για διάφορους εξωγλωσσικούς (πολιτικούς, κοινωνικούς, κ.λπ.) λόγους, συγκεντρώνει στοιχεία και των δύο παραπάνω κατηγοριών, ανήκει δηλ. τόσο στις μειονοτικές γλώσσες όσο και στα νεοελληνικά ιδιώματα , με συνέπεια να κινδυνεύει με διαφορετικούς συγχρόνως τρόπους:

Α. ΤΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΩΣ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Αναλόγως της χώρας στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Ίμβριοι (εκτός Ελλάδος) και της επίσημης γλώσσας αυτής μπορούμε να διακρίνουμε δύο περαιτέρω υποκατηγορίες:
(i) Ίμβριοι που παρέμειναν στην Ίμβρο,
(ii) Ίμβριοι μετανάστες του εξωτερικού.
Οι Ίμβριοι που βρέθηκαν σε χώρες με ξένη επίσημη γλώσσα (Τουρκική, Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, κ.λπ.), η οποία είχε καθιερωθεί και χρησιμοποιείτο από το επίσημο κράτος (διοίκηση, εκπαίδευση, ΜΜΕ, κ.λπ.) ήρθαν αντιμέτωποι με σημαντικά προβλήματα επικοινωνίας και επιβίωσης. Για να αντιμετωπίσουν αυτά αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να μάθουν και να χρησιμοποιούν την επίσημη γλώσσα του κράτους, να γίνουν δηλ. δίγλωσσοι , παραμελώντας συγχρόνως το μητρικό τους (ιμβριακό) ιδίωμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν μόνον κατά την μεταξύ τους επικοινωνία.
Σε αυτό εξάλλου συνέβαλε, σε ό,τι αφορά τους μετανάστες του εξωτερικού, και η επαφή τους με άλλους Έλληνες που προερχόταν από διάφορα μέρη της Ελλάδος. Η επαφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την σιωπηλή υιοθέτηση εκ μέρους όλων και την επικοινωνία τους στην Νεοελληνική Κοινή, με κάποια απλώς διαλεκτική προφορά και ορισμένες παρεισφρήσεις από το εκάστοτε ιδίωμα.
Τέλος σήμερα, η νεότερη γενιά των Ιμβρίων του εξωτερικού έχει απομακρυνθεί, όπως ήταν αναμενόμενο, ακόμα περισσότερο από την ιμβριακή λαλιά, καθώς η επικοινωνία μεταξύ τους γίνεται σε μια μορφή γλώσσας που προσεγγίζει περισσότερο την Νεοελληνική Κοινή ανάμεικτη με στοιχεία του Ιμβριακού Ιδιώματος και της ξένης γλώσσας.

Β. ΤΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΩΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

Οι Ίμβριοι που εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, ήρθαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική γλωσσική κατάσταση: έπρεπε να υπομείνουν τον άτυπο γλωσσικό ρατσισμό και τις γλωσσικές προκαταλήψεις των υπολοίπων Ελλήνων, οι οποίοι, ως ομιλητές της επίσημα καθιερωμένης νεοελληνικής γλώσσας, στιγμάτιζαν και αντιμετώπιζαν υποτιμητικά κάθε είδους γλωσσική παρέκκλιση και επομένως και κάθε διαλεκτικό ομιλητή (στον σχολικό, εργασιακό και ευρύτερα κοινωνικό χώρο).
Επίσης, το γεγονός ότι το Ιμβρικό Ιδίωμα – όπως όλα τα νεοελληνικά ιδιώματα, εκτός από την Κρητική και την Κυπριακή διάλεκτο – δεν διαθέτει γραπτή μορφή και φυσικά δεν διδάσκεται στο σχολείο, είχε σαν συνέπεια να θεωρηθεί αυθαίρετα – ακόμα και από τους ίδιους τους Ίμβρίους –, με κριτήρια εξωγλωσσικά, αντιεπιστημονικά , ως μια κατώτερη γλωσσική μορφή που έπρεπε να απαλειφθεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Ίμβριοι, όχι μόνο να υιοθετήσουν την επίσημη νεοελληνική γλώσσα (πράγμα φυσικό και απαραίτητο), να γίνουν δηλ. δι-διαλεκτικοί , αλλά και να «ξεχάσουν» την μητρική τους ντοπιολαλιά κατά το δυνατόν, και αν κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο να γίνει, προσπάθησαν να την περιορίσουν μέσα στο σπίτι, μιλώντας «ιμβριώτικα» μόνο με τους δικούς τους ή με άλλους Ιμβρίους και μάλιστα αποφεύγοντας συνήθως να χρησιμοποιούν το ιδίωμα μπροστά στα παιδιά τους, προκειμένου τα τελευταία να μάθουν να μιλάνε «σωστά» (!) και να μην στιγματιστούν και τα ίδια γλωσσικά και κατ’ επέκταση και κοινωνικά.
Τέλος σήμερα, η νεότερη γενιά των Ιμβρίων που ζουν στην Ελλάδα, αγνοώντας παντελώς το Ιμβριακό Ιδίωμα, χρησιμοποιεί την Νεοελληνική Κοινή χωρίς κανένα απολύτως ιμβριακό, ιδιωματικό στοιχείο.


3 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εντελώς πρόχειρα και σχηματικά προσπαθήσαμε να καταδείξουμε εν συντομία τους κυριότερους λόγους που οδήγησαν – και οδηγούν – το Ιμβριακό Ιδίωμα σε συρρίκνωση αλλά και τον τεράστιο – και δυστυχώς, όπως φαίνεται, αναπόφευκτο – κίνδυνο πλήρους εξαφάνισής του. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι, όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, η επίσημη νεοελληνική γλώσσα συνετέλεσε ίσως αποφασιστικότερα στην βαθμιαία λήθη και συρρίκνωση του ιδιώματος αυτού σε σύγκριση με τις ξένες γλώσσες των χωρών όπου εγκαταστάθηκαν οι Ίμβριοι. Ωστόσο, ιδιαίτερα χρήσιμη και ενδιαφέρουσα θα ήταν, αν μπορούσε να γίνει, μια συγκριτική γλωσσική μελέτη σχετικά με τον βαθμό διατήρησης ή υποχώρησης αντίστοιχα του Ιμβρικού Ιδιώματος στην Ελλάδα, την Ίμβρο και το εξωτερικό.


Ξενοφών Τζαβάρας
Κλ. Φιλόλογος – Γλωσσολόγος
Master Γλωσσολογίας

Πηγή: Σύλλογος Ιμβρίων Αθηνών (Ξενοφών Τζαβάρας 2003: "Γλωσσικός θάνατος: η περίπτωση του ιμβριακού ιδιώματος", Ίμβρος 72: 38-39)

23/2/10

ΑΡΧΑΪΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (SYMMARY)

ARCHAIC ELEMENTS IN THE LINGUAL IDIOM OF IMVROS
The purpose of this essay is to present the more important archaic elements that exist in the lingual idiom of Imvros. This idiom, which is count among the ‘north idioms’ of Greek Language, is composed of common and also idiomatic elements. The firsts offer the similarities that exist between this idiom and the Greek Language and the seconds discern it from all other idioms and dialects. These idiomatic elements come from latin, medieval, turkish, e.t.c. but they mainly originate from Ancient Greek.
We severed the essay in two (2) parts: the Morpho – Phonological and the Semantic (Vocabulary) part. In the first category there are elements which are maintained unchangeable and others which are changed from Ancient Greek to Imvrian Idiom. In the second category the words can also be distinguished in directs and indirects in proportion with the manner of their origin. Finally, the indirects can be discerned in total and partial words.
The conclusions and the results which follow this kind of essay are, we think, very useful and important: it (this essay) proves the language competence and creativity of Imvrians and all people generally, it presents clearly the language continuity between the Imvrian Idiom and the Ancient Greek and it conduces to the study of Greek Language history.

Πηγή: Ξενοφών Τζαβάρας 2003: "Αρχαϊκά στοιχεία στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου", Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικής Διαλεκτολογίας, 6-8 Δεκεμβρίου 2001, Αθήνα: 493-512 (αναδημοσίευση: abnet: ο κόμβος της ελληνικής γλώσσας