Το πρωί της Πέμπτης, τρεις δηλαδή μέρες πριν από την Κυριακή του γάμου, στο σπίτι του γαμπρού και τής νύφης συγκεντρώνονται γυναίκες από το συγγενικό τους περιβάλλον και «κουσκ’νίζ’ τ’ αλεύρια», ετοιμάζουν δηλαδή το αλεύρι για τα ψωμιά του γάμου.
Την άλλη μέρα τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και τής νύφης συγκεντρώνονται κορίτσια αμφιθαλή και ετοιμάζουν τα απαραίτητα για το γάμο ψωμιά και γλυκά. Άλλα ετοιμάζουν τα «‘μυγδαλουτά», άλλα τα «παντεσπάνια» και άλλα «ζ’μών’ τα ψουμιά».
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, ότι μαζί με τα άλλα ψωμιά ζυμώνουν και ένα ειδικό γλυκό ψωμί, πού, όπως θα δούμε πιο κάτω, το λένε «κλιφτουψώμ’». Παρασκευάζεται από αλεύρι, ζάχαρη, βούτυρο, αυγά και σόδα.
Όταν ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα ψωμιά και γλυκά, ανάβουν το φούρνο για να τα ψήσουν. Πρώτα πρώτα ψήνουν τις «φουρνόπ’τις». Οι «φουρνόπ’τις» παρασκευάζονται από το ίδιο ζυμάρι πού παρασκευάζονται και τα άλλα ψωμιά του γάμου. Είναι όμως πολύ λεπτές και γι’ αυτό ψήνονται πολύ γρήγορα, σε 2-3 λεπτά τής ώρας. Αυτός ακριβώς είναι ό λόγος πού στο χωριό Σχοινούδι τις λένε «γουργόπ’τις», επειδή δηλαδή ψήνονται γοργά, πάρα πολύ γρήγορα. Στο χωριό Άγιοι Θεόδωροι, ιδιαίτερη πατρίδα του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής κ.κ. Ιακώβου, τις λένε «ζιστουψώμ’», επειδή τις τρώνε πολύ ζεστές, μόλις τις βγάλουν από το φούρνο.
Αφού βγάλουν τις «φουρνόπ’τις» από το φούρνο, κόβουν την κάθε μια σταυρωτά σε τέσσερα κομμάτια, τα αλείφουν από πάνω με μέλι και μετά στέλνουν ένα κομμάτι σε κάθε οικογένεια πού θέλουν να καλέσουν στο γάμο.
Αποτελεί δηλαδή το μοίρασμα των κομματιών από τις «φουρνόπ’τις» ένα είδος γενικού καλέσματος στο γάμο. Γιατί τούς πολύ στενούς συγγενείς (αδέρφια, κουμπάρο κτλ.) τούς προσκαλούν και με φουρνόπ’τα και με «κλίκ’» (πρβλ. «Σι καλέσαν ζντού γάμου; — Μι καλέσαν κι μι φέραν κι κλίκ’»). Γι’ αυτό για κείνους πού παίρνουν μέρος στο γάμο (φαγητό, γλέντι) χωρίς να τούς έχουν καλέσει ούτε και με «φουρνόπ’τα», συνηθίζουν να λένε τη γνωστή κι’ από άλλες περιοχές παροιμιώδη φράση: «ακάλιστους γάδαρους ζντού γάμου τι γυρεύ’;»
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 515-516.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά Ασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά Ασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
1/6/10
23/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΧΡΟΝΟΣ - ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)
ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ο γάμος στην Ίμβρο κανονικά γίνεται μέσα σ’ ένα χρόνο από τον αρραβώνα. Συνηθίζουν μάλιστα να κάνουν τούς γάμους κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι ατέλειωτες γεωργοκτηνοτροφικές δουλειές του καλοκαιριού δεν επιτρέπουν στους Ιμβρίους να... ασχολούνται την περίοδο αυτή με γάμους και διασκεδάσεις. Μετά το δεκαπενταύγουστο όμως, πού αρχίζουν να περιορίζονται κάπως οι δουλειές, αρχίζουν και οι γάμοι.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο συνήθως παντρεύονται όσοι βιάζονται να στεφανωθούν από πρόωρη εγκυμοσύνη τής νύφης. Τα παιδιά πού γεννιούνται από τέτοιους γάμους, δηλαδή προτού να συμπληρωθούν εννιά μήνες από τη μέρα του γάμου, τα λένε «κατσιάϊκα» (Τουρκ. kagak σημαίνει δραπέτης, λαθραίος) (πρβλ. «ντού Θιρ’νό κι ντουν Αλουντί μόν’ κάνα κατσιάϊκου γάμου κάν’»).
Ακόμη, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν γάμους το Μάιο. Υπάρχει πρόληψη, ότι ό γάμος πού γίνεται Μάιο μήνα είναι αποτυχημένος. Πιστεύουν ότι από τέτοιους γάμους γεννιούνται παιδιά μαγεμένα και ότι το αντρόγυνο μαλώνει σ’ όλη του τη ζωή. (Πρβλ. «ντού Μα’ δε γκάνουμ’ γάμ’, γιατί γίν’ντιν μαγιμένα τα πιδγιά κι μαλών’ τα αντρόγυνα»).
Αποφεύγουν επίσης να κάνουν γάμους το Φεβρουάριο, γιατί είναι «κ’τσουφλέβαρους» (πρβλ. «ντού κ’τσουφλέβαρου δε γκάνουμ’ γάμ’. Η μήνας δεν είνι καλός, είνι κ’τσός»).
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ύστερα από τις «γιαρ’βώνις», τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και της νύφης επισπεύδονται, όπως είναι φυσικό, οι διάφορες εργασίες, αφού την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα πρέπει όλα να είναι έτοιμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τις τελευταίες αυτές πριν από το γάμο μέρες βοηθούν τις δυό οικογένειες πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Περισσότερο δε βοηθούν την οικογένεια τής νύφης πού έχει τις πιο πολλές δουλειές και φροντίδες. (Ετοιμάζουν τα αμύγδαλα τα αμυγδαλωτά, στρώνουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν, ψήνουν τα ψωμιά κτλ.).
Η νύφη συνήθως δε δουλεύει, αλλά παρακολουθεί και δίνει οδηγίες στις άλλες γυναίκες. Οι πολύ δουλευτάρες όμως όχι μόνο αποφεύγουν να δίνουν οδηγίες και εντολές, αλλά δουλεύουν και μάλιστα εντατικά για να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα οι δουλειές.
Όλες αυτές οι δουλειές (στρωσίματα, σιδερώματα κτλ.) γίνονται την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα και κυρίως τις τρεις πρώτες μέρες (Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη), γιατί από την Πέμπτη κι’ ύστερα αρχίζουν άλλες πιο βαριές δουλειές (το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών, η ετοιμασία και το ψήσιμο των γλυκών κτλ.).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 514-515.
Ο γάμος στην Ίμβρο κανονικά γίνεται μέσα σ’ ένα χρόνο από τον αρραβώνα. Συνηθίζουν μάλιστα να κάνουν τούς γάμους κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι ατέλειωτες γεωργοκτηνοτροφικές δουλειές του καλοκαιριού δεν επιτρέπουν στους Ιμβρίους να... ασχολούνται την περίοδο αυτή με γάμους και διασκεδάσεις. Μετά το δεκαπενταύγουστο όμως, πού αρχίζουν να περιορίζονται κάπως οι δουλειές, αρχίζουν και οι γάμοι.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο συνήθως παντρεύονται όσοι βιάζονται να στεφανωθούν από πρόωρη εγκυμοσύνη τής νύφης. Τα παιδιά πού γεννιούνται από τέτοιους γάμους, δηλαδή προτού να συμπληρωθούν εννιά μήνες από τη μέρα του γάμου, τα λένε «κατσιάϊκα» (Τουρκ. kagak σημαίνει δραπέτης, λαθραίος) (πρβλ. «ντού Θιρ’νό κι ντουν Αλουντί μόν’ κάνα κατσιάϊκου γάμου κάν’»).
Ακόμη, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν γάμους το Μάιο. Υπάρχει πρόληψη, ότι ό γάμος πού γίνεται Μάιο μήνα είναι αποτυχημένος. Πιστεύουν ότι από τέτοιους γάμους γεννιούνται παιδιά μαγεμένα και ότι το αντρόγυνο μαλώνει σ’ όλη του τη ζωή. (Πρβλ. «ντού Μα’ δε γκάνουμ’ γάμ’, γιατί γίν’ντιν μαγιμένα τα πιδγιά κι μαλών’ τα αντρόγυνα»).
Αποφεύγουν επίσης να κάνουν γάμους το Φεβρουάριο, γιατί είναι «κ’τσουφλέβαρους» (πρβλ. «ντού κ’τσουφλέβαρου δε γκάνουμ’ γάμ’. Η μήνας δεν είνι καλός, είνι κ’τσός»).
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ύστερα από τις «γιαρ’βώνις», τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και της νύφης επισπεύδονται, όπως είναι φυσικό, οι διάφορες εργασίες, αφού την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα πρέπει όλα να είναι έτοιμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τις τελευταίες αυτές πριν από το γάμο μέρες βοηθούν τις δυό οικογένειες πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Περισσότερο δε βοηθούν την οικογένεια τής νύφης πού έχει τις πιο πολλές δουλειές και φροντίδες. (Ετοιμάζουν τα αμύγδαλα τα αμυγδαλωτά, στρώνουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν, ψήνουν τα ψωμιά κτλ.).
Η νύφη συνήθως δε δουλεύει, αλλά παρακολουθεί και δίνει οδηγίες στις άλλες γυναίκες. Οι πολύ δουλευτάρες όμως όχι μόνο αποφεύγουν να δίνουν οδηγίες και εντολές, αλλά δουλεύουν και μάλιστα εντατικά για να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα οι δουλειές.
Όλες αυτές οι δουλειές (στρωσίματα, σιδερώματα κτλ.) γίνονται την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα και κυρίως τις τρεις πρώτες μέρες (Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη), γιατί από την Πέμπτη κι’ ύστερα αρχίζουν άλλες πιο βαριές δουλειές (το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών, η ετοιμασία και το ψήσιμο των γλυκών κτλ.).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 514-515.
Ετικέτες
γάμος,
ήθη και έθιμα,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
17/5/10
ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (Επιλογή)
αγαλιά: ο σκίουρος
αθύμαρους: το θυμάρι
αλόρτους: όρθιος
άλ'πας: γη φτωχή και άκαρπη
ανημπουράδα: ασθένεια
απανουμιά: απάνεμο μέρος
απ'κάζου: μυρίζομαι
αραγίδα: νεράιδα
ασγαλώνω: σκαλώνω, κρεμάζομαι
β'νιά: κοπριά
ζαίνου: βρωμώ
ζούμπιρα: τα ζώα
κατράγκαθους: αράχνη
κατσιπουδιά: κακοτυχία, αναποδιά
κούτλους: χωρίς κέρατα
κουτσνίδα: τσουκνίδα
κρατούνα: νεροκολοκύθα
μάνι-μάνι: γρήγορα
μουντέρνω: ορμώ, επιτίθεμαι
μπόλι: ελιά (το δέντρο)
ξισιάζου: περιποιούμαι
ξιταφώνου: εξολοθρεύω
τραπουδίζω: βάζω τρικλοποδιά
τρόχαλος: μάντρα πέτρινη, τοίχος
ψιακή: πικρή, δηλητήριο
γουρτζέλι: γουρουνάκι
Πηγή: Kokkinakis service
αθύμαρους: το θυμάρι
αλόρτους: όρθιος
άλ'πας: γη φτωχή και άκαρπη
ανημπουράδα: ασθένεια
απανουμιά: απάνεμο μέρος
απ'κάζου: μυρίζομαι
αραγίδα: νεράιδα
ασγαλώνω: σκαλώνω, κρεμάζομαι
β'νιά: κοπριά
ζαίνου: βρωμώ
ζούμπιρα: τα ζώα
κατράγκαθους: αράχνη
κατσιπουδιά: κακοτυχία, αναποδιά
κούτλους: χωρίς κέρατα
κουτσνίδα: τσουκνίδα
κρατούνα: νεροκολοκύθα
μάνι-μάνι: γρήγορα
μουντέρνω: ορμώ, επιτίθεμαι
μπόλι: ελιά (το δέντρο)
ξισιάζου: περιποιούμαι
ξιταφώνου: εξολοθρεύω
τραπουδίζω: βάζω τρικλοποδιά
τρόχαλος: μάντρα πέτρινη, τοίχος
ψιακή: πικρή, δηλητήριο
γουρτζέλι: γουρουνάκι
Πηγή: Kokkinakis service
Ετικέτες
γλωσσικό ιδίωμα,
διαλεκτολογία,
διάλεκτος,
ιμβριακός,
Ίμβρος,
λεξιλόγιο,
Μικρά Ασία
14/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (Η ΠΡΟΙΚΑ)
Αναφέραμε πιο πάνω, μιλώντας για την κατάλληλη για γάμο ηλικία, ότι οι κοπέλες αρραβωνιάζονται κατά κανόνα αφού συμπληρώσουν το 17ο χρόνο τής ηλικίας τους. Ο γονείς τους όμως φροντίζουν να ετοιμάσουν το μεγαλύτερο τουλάχιστο μέρος τής προίκας πολύ νωρίτερα, συνήθως μόλις τα κορίτσια τους συμπληρώσουν τα δέκα χρόνια. Και, φυσικά, όσο περνούν τα χρόνια, άλλο τόσο μεγαλώνουν και ο φροντίδες των γονέων για την ολοκλήρωση τής προίκας. Ύστερα μάλιστα από τις «γιαρ’βώνις» επισπεύδουν τις ετοιμασίες, ώστε η μέρα του γάμου να είναι έτοιμη όλη η προίκα, πού υποσχέθηκαν να δώσουν στους νεονύμφους.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Ετικέτες
αρραβώνας,
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
10/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ)
«ΤΟΥ ΛΟΥΓΟΥΣΗΜΑΔΟΥ»
Αφού κατά την πρώτη επίσημη συνάντηση των συμπεθέρων στο σπίτι τής νύφης, λίγες μέρες μετά την πρόταση, συζητηθεί το θέμα τής προίκας απ’ όλες τις πλευρές και σ’ όλες τις λεπτομέρειες και εφόσον οι συμπέθεροι μείνουν σύμφωνοι σε όλα, ό γάμος θεωρείται πια βέβαιος. Γι’ αυτό το λόγο στην πρώτη αυτή συνάντηση αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και μετά απ’ αυτή γίνεται και η ανταλλαγή των διάφορων δώρων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι κατά τη συνάντηση αυτή και μετά την οριστική συμφωνία στο θέμα της προίκας, η μάνα του γαμπρού υποχρεωτικά δίνει στη νύφη της «λουγουσήμαδου» (σημάδι για το λόγο πού έδωσαν).Το λογοσήμαδο είναι συνήθως ένα «μαλαματ’κό» (χρυσαφικό). Συνηθίζονται πιο πολύ τα εξής: ένας χρυσός σταυρός, ένα χρυσό «δαχ’λίδ’», ένα φλουρί και άλλα παρόμοια.
Το λογοσήμαδο το λένε και «πρώτου σ’μάδ’» ή «πρώτου κέρασμα», γιατί είναι το πρώτο σημάδι, το πρώτο κέρασμα (δώρο), πού δίνεται μετά την οριστική συμφωνία.
Την ίδια ώρα κατά την επίσημη αυτή συνάντηση δίνει λογοσήμαδο και η μάνα τής νύφης στο γαμπρό. Και στην περίπτωση αυτή το λογοσήμαδο είναι, όπως και στην περίπτωση της νύφης, ένα «μαλαματ’κό» (χρυσή λίρα, φλουρί και τ.τ.).
Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Ο αρραβώνας στην Ίμβρο λέγεται «αρ’βώνα», «αρ’βώνις» και «γιαρ’βώνις».
Οι «γιαρ’βώνις» γίνονται συνήθως μέσα σ’ ένα μήνα από την προξενιά. Γίνονται δε πάντοτε στο σπίτι τής νύφης και οπωσδήποτε βράδυ. Προτιμούν να είναι βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής ή μιας οποιασδήποτε γιορτής. Τις άλλες μέρες δεν κάνουν «γιαρ’βώνις». Αποφεύγουν δε πάντοτε τη Δευτέρα. Υπάρχει πρόληψη ότι «γιαρ’βώνις» πού γίνονται Δευτέρα, «διφτιρών’» (δευτερώνουν), δηλαδή δε στεριώνουν.
Ένα κορίτσι από το συγγενικό περιβάλλον τής νύφης προσκαλεί τους συγγενείς και φίλους τής νύφης Κι’ ένα δεύτερο από το συγγενικό περιβάλλον του γαμπρού προσκαλεί τούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού.
«Απόψι έ’χουμ’ τ’ς αρ’βώνις κι’ άμα έχ’τι την ιφκαρίστησ’, ουρίστι» συνηθίζουν να λένε τα κορίτσια αυτά στις οικογένειες πού προσκαλούν. Κι’ οι προσκαλούμενοι απαντούν: «’φχαριστούμι, θα ‘ρτουμ’», αφού, βέβαια, πρωτύτερα πουν τις σχετικές ευχές. Οι συνηθέστερες για την περίπτωση αυτή είναι οι εξής:
α) «Καλουρίζ’κις οι γιαρ’βώνις κι ζντή μιγάλ’ χαρά» (και στο γάμο να χαρούμε).
β) «Καλουρίζ’κα, και ζντή μιγάλ’ χαρά».
γ) «Καλουρίζ’κις κι στ’ ανώτιρα» (και στο γάμο δηλαδή).
Τα κορίτσια πού τούς προσκαλούν, ευχαριστώντας τότε για τις τόσο θερμές ευχές, αντεύχονται ως εξής: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα πιδγιά σας», όταν, φυσικά, απευθύνονται σε γονείς πού τα παιδιά τους είναι ανύπαντρα. Όταν όμως απευθύνονται σε γονείς, πού έχουν και παντρεμένα και ελεύθερα παιδιά, αντεύχονται: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα υπόλοιπα».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι τούς στενούς συγγενείς δεν τους προσκαλούν τα δυό αυτά κορίτσια, αλλά ό γαμπρός και η νύφη, πηγαίνοντας και οι δυό μαζί.
Στις «γιαρ’βώνις» παίρνει μέρος «κι’ η παπάς» του χωριού, ό οποίος αλλάζει «τσί βιργέτις» (τα δαχτυλίδια). Αν όμως δεν υπάρχει παπάς, τότε τα δαχτυλίδια τα αλλάζει ό πατέρας του γαμπρού. Και σε περίπτωση πού ό γαμπρός είναι ορφανός, τα αλλάζει ό πατέρας τής νύφης ό νουνός.
Στην αρχή «σταυρώνει» τα δαχτυλίδια πάνω σε μιά εικόνα και μετά τα περνάει στα χέρια των μελλονύμφων. Πρώτα περνάει το δαχτυλίδι του γαμπρού και κατόπι τής νύφης.
Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο, ίσως, μέρος του αρραβώνα και γι’ αυτόν το λόγο ή φράση «άλλαξαν τσί βιργέτις», σημαίνει, ότι επισημοποίησαν οι δυό πλευρές την αρχική τους συμφωνία.
Μετά το άλλαγμα των δαχτυλιδιών ακολουθούν κεράσματα, φαγοπότι, τραγούδια και χοροί, πού πολλές φορές διαρκούν ως τις πρωινές ώρες.
Την άλλη μέρα στο γραφείο της κοινότητας συντάσσεται και υπογράφεται «του προικουσύμφουνου» (λέγεται και «προικουχάρτ’»). Για να είναι έγκυρο το υπογράφουν, εκτός από τον πατέρα τής νύφης, ό πρόεδρος του χωριού, πού ασφαλώς παίζει το ρόλο του βυζαντινού νοταρίου, και 3 μάρτυρες, όσους δηλαδή απαιτούσε σ’ αυτή την περίπτωση η σχετική βυζαντινή συνήθεια.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 511-512.
Αφού κατά την πρώτη επίσημη συνάντηση των συμπεθέρων στο σπίτι τής νύφης, λίγες μέρες μετά την πρόταση, συζητηθεί το θέμα τής προίκας απ’ όλες τις πλευρές και σ’ όλες τις λεπτομέρειες και εφόσον οι συμπέθεροι μείνουν σύμφωνοι σε όλα, ό γάμος θεωρείται πια βέβαιος. Γι’ αυτό το λόγο στην πρώτη αυτή συνάντηση αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και μετά απ’ αυτή γίνεται και η ανταλλαγή των διάφορων δώρων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι κατά τη συνάντηση αυτή και μετά την οριστική συμφωνία στο θέμα της προίκας, η μάνα του γαμπρού υποχρεωτικά δίνει στη νύφη της «λουγουσήμαδου» (σημάδι για το λόγο πού έδωσαν).Το λογοσήμαδο είναι συνήθως ένα «μαλαματ’κό» (χρυσαφικό). Συνηθίζονται πιο πολύ τα εξής: ένας χρυσός σταυρός, ένα χρυσό «δαχ’λίδ’», ένα φλουρί και άλλα παρόμοια.
Το λογοσήμαδο το λένε και «πρώτου σ’μάδ’» ή «πρώτου κέρασμα», γιατί είναι το πρώτο σημάδι, το πρώτο κέρασμα (δώρο), πού δίνεται μετά την οριστική συμφωνία.
Την ίδια ώρα κατά την επίσημη αυτή συνάντηση δίνει λογοσήμαδο και η μάνα τής νύφης στο γαμπρό. Και στην περίπτωση αυτή το λογοσήμαδο είναι, όπως και στην περίπτωση της νύφης, ένα «μαλαματ’κό» (χρυσή λίρα, φλουρί και τ.τ.).
Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Ο αρραβώνας στην Ίμβρο λέγεται «αρ’βώνα», «αρ’βώνις» και «γιαρ’βώνις».
Οι «γιαρ’βώνις» γίνονται συνήθως μέσα σ’ ένα μήνα από την προξενιά. Γίνονται δε πάντοτε στο σπίτι τής νύφης και οπωσδήποτε βράδυ. Προτιμούν να είναι βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής ή μιας οποιασδήποτε γιορτής. Τις άλλες μέρες δεν κάνουν «γιαρ’βώνις». Αποφεύγουν δε πάντοτε τη Δευτέρα. Υπάρχει πρόληψη ότι «γιαρ’βώνις» πού γίνονται Δευτέρα, «διφτιρών’» (δευτερώνουν), δηλαδή δε στεριώνουν.
Ένα κορίτσι από το συγγενικό περιβάλλον τής νύφης προσκαλεί τους συγγενείς και φίλους τής νύφης Κι’ ένα δεύτερο από το συγγενικό περιβάλλον του γαμπρού προσκαλεί τούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού.
«Απόψι έ’χουμ’ τ’ς αρ’βώνις κι’ άμα έχ’τι την ιφκαρίστησ’, ουρίστι» συνηθίζουν να λένε τα κορίτσια αυτά στις οικογένειες πού προσκαλούν. Κι’ οι προσκαλούμενοι απαντούν: «’φχαριστούμι, θα ‘ρτουμ’», αφού, βέβαια, πρωτύτερα πουν τις σχετικές ευχές. Οι συνηθέστερες για την περίπτωση αυτή είναι οι εξής:
α) «Καλουρίζ’κις οι γιαρ’βώνις κι ζντή μιγάλ’ χαρά» (και στο γάμο να χαρούμε).
β) «Καλουρίζ’κα, και ζντή μιγάλ’ χαρά».
γ) «Καλουρίζ’κις κι στ’ ανώτιρα» (και στο γάμο δηλαδή).
Τα κορίτσια πού τούς προσκαλούν, ευχαριστώντας τότε για τις τόσο θερμές ευχές, αντεύχονται ως εξής: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα πιδγιά σας», όταν, φυσικά, απευθύνονται σε γονείς πού τα παιδιά τους είναι ανύπαντρα. Όταν όμως απευθύνονται σε γονείς, πού έχουν και παντρεμένα και ελεύθερα παιδιά, αντεύχονται: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα υπόλοιπα».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι τούς στενούς συγγενείς δεν τους προσκαλούν τα δυό αυτά κορίτσια, αλλά ό γαμπρός και η νύφη, πηγαίνοντας και οι δυό μαζί.
Στις «γιαρ’βώνις» παίρνει μέρος «κι’ η παπάς» του χωριού, ό οποίος αλλάζει «τσί βιργέτις» (τα δαχτυλίδια). Αν όμως δεν υπάρχει παπάς, τότε τα δαχτυλίδια τα αλλάζει ό πατέρας του γαμπρού. Και σε περίπτωση πού ό γαμπρός είναι ορφανός, τα αλλάζει ό πατέρας τής νύφης ό νουνός.
Στην αρχή «σταυρώνει» τα δαχτυλίδια πάνω σε μιά εικόνα και μετά τα περνάει στα χέρια των μελλονύμφων. Πρώτα περνάει το δαχτυλίδι του γαμπρού και κατόπι τής νύφης.
Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο, ίσως, μέρος του αρραβώνα και γι’ αυτόν το λόγο ή φράση «άλλαξαν τσί βιργέτις», σημαίνει, ότι επισημοποίησαν οι δυό πλευρές την αρχική τους συμφωνία.
Μετά το άλλαγμα των δαχτυλιδιών ακολουθούν κεράσματα, φαγοπότι, τραγούδια και χοροί, πού πολλές φορές διαρκούν ως τις πρωινές ώρες.
Την άλλη μέρα στο γραφείο της κοινότητας συντάσσεται και υπογράφεται «του προικουσύμφουνου» (λέγεται και «προικουχάρτ’»). Για να είναι έγκυρο το υπογράφουν, εκτός από τον πατέρα τής νύφης, ό πρόεδρος του χωριού, πού ασφαλώς παίζει το ρόλο του βυζαντινού νοταρίου, και 3 μάρτυρες, όσους δηλαδή απαιτούσε σ’ αυτή την περίπτωση η σχετική βυζαντινή συνήθεια.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 511-512.
Ετικέτες
αρραβώνας,
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
3/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΠΡΟΞΕΝΙΟ)
Η ΠΡΟΞΕΝΙΑ
Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ό νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα πού θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους τής νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος τής κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δυό νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα.
Τόσο στη μιά, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο πού μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιντής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα πού συνηθίζεται πιο πολύ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες.
Αφού ό προξενητής συζητήσει με τούς ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια τής κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα τής προξενιάς και κατόπιν—ό προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση.
Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιοδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής:
«Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κ’φάλ’ σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μιά δυό μέρες ό προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δε νήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ό προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική).
Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ό προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ μπιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου ντρουξιντή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί πού τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τούς αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τεντζερέ κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»).
Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), πού κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: ή (π.χ.) Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα». Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο:
Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’
κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’.
Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», πού λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μιά κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό ή κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα πού παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά το γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) τής πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μιά κοπέλα στην περίπτωση πού θα αποτύχει σε πρόταση γάμου προς ένα νέο.
Και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ό νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυό οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό πού να ψυχραθούν.
Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση πού θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στενοχωρεθεί ούτε ό ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», πού σημαίνει: Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο. Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο.
Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», πού σημαίνει: Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο.
Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η Τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη τής προτάσεως.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα».
Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μιά για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση πού τούς έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, πού είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στο μέσο και να χαλάσει την προξενιά.
Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ό πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα διαμερίσματα της πατρίδας μας.
Από την ώρα πού οι δυό πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αν, λοιπόν, ό προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τούς γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν τον στέλνει οικογένεια κοπέλας πού διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ό προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τούς επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι («τού ζ’μπιθιρουλόϊ»)—συνήθως στο σπίτι της κοπέλας—και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς τής κοπέλας στους μελλονύμφους. Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, πού έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως ή μάνα — μιάς κοπέλας, πού μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΓΑΜΟ ΗΛΙΚΙΑ
Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια.
Οι κοπέλες σε σύγκριση με τούς άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία• συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια.
Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε... να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα πού τον διακρίνει αποτρέπει τούς νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο:
Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα
κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα.
(Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση τής ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτάρες μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι.
ΔΩΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗ
Αν ό προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται ή πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της.
Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο.
Τα δώρα και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι πού να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 506-511.
Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ό νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα πού θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους τής νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος τής κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δυό νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα.
Τόσο στη μιά, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο πού μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιντής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα πού συνηθίζεται πιο πολύ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες.
Αφού ό προξενητής συζητήσει με τούς ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια τής κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα τής προξενιάς και κατόπιν—ό προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση.
Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιοδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής:
«Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κ’φάλ’ σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μιά δυό μέρες ό προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δε νήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ό προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική).
Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ό προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ μπιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου ντρουξιντή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί πού τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τούς αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τεντζερέ κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»).
Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), πού κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: ή (π.χ.) Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα». Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο:
Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’
κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’.
Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», πού λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μιά κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό ή κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα πού παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά το γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) τής πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μιά κοπέλα στην περίπτωση πού θα αποτύχει σε πρόταση γάμου προς ένα νέο.
Και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ό νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυό οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό πού να ψυχραθούν.
Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση πού θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στενοχωρεθεί ούτε ό ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», πού σημαίνει: Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο. Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο.
Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», πού σημαίνει: Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο.
Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η Τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη τής προτάσεως.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα».
Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μιά για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση πού τούς έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, πού είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στο μέσο και να χαλάσει την προξενιά.
Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ό πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα διαμερίσματα της πατρίδας μας.
Από την ώρα πού οι δυό πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αν, λοιπόν, ό προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τούς γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν τον στέλνει οικογένεια κοπέλας πού διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ό προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τούς επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι («τού ζ’μπιθιρουλόϊ»)—συνήθως στο σπίτι της κοπέλας—και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς τής κοπέλας στους μελλονύμφους. Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, πού έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως ή μάνα — μιάς κοπέλας, πού μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΓΑΜΟ ΗΛΙΚΙΑ
Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια.
Οι κοπέλες σε σύγκριση με τούς άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία• συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια.
Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε... να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα πού τον διακρίνει αποτρέπει τούς νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο:
Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα
κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα.
(Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση τής ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτάρες μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι.
ΔΩΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗ
Αν ό προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται ή πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της.
Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο.
Τα δώρα και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι πού να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 506-511.
Ετικέτες
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης,
προξενιό
28/4/10
Ο ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικροπανδρεμμένος
το Μάη αμπέλι φύτευε, το Μάη γυναίκα πήρε,
το Μάη τον ήρθε μήνυμα, να πάγη στο σεφέρι.
- Μάννα μου, την καλούδα μου καλά να την φυλάγης.
Μήλο να τρώγη το πωρνό, ρόδι το μεσημέρι
Στου ήλιου το βασίλεμα να τρώγη περιστέρι.
Ακόμη δεν εξήβγηκε κάνεν δυο μίλλια αλάργα
κ’ εις τη σκαρή την έβαλε, κι’ ανδρίκια την ξουρίζη.
Τη δίνει πέντε πρόβατα και δέκα πέντε γίδια,
τη δίνει και μισό ψωμί, και δεκοχτώ κρομμύδια
τρίγια σκυλιά λαγωνικά κι’ αργυρομανικάτα.
- Αν δεν τα πας στα εκατό, και αν δε τα πας στα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά να πας στα εβδομήντα,
στον κάμπο να μη κατηβής νερό και τα ποτίσης.
Αν ήθελεν η μοίρα της και η καλή της τύχη,
τα πήγε κ’ εις τα εκατό, τα πήγε κ’ εις τα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά τα πήγε στα βδομήντα.
Στον κάμπο τα κατέβασε νερό να τα ποτίση.
Κι’ ο Κωσταντίνος έρχεται από βαρύ ταξείδι.
- Φύλακ’, ανάουρε νερό να πιουν τα διψασμένα,
να πιω κ’ εγώ κι’ ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα στάμνες έσυρε και δεν αναντρανίζει,,
τα δάκρυα την παίρνουνε και στειρεμμό δεν έχουν.
- Φύλακα, το σταμνί είν’ βαρύ, γιά το νερό λυπάσια;
Και κείνη αποκρίθηκε με το καϋμέν’ αχείλι.
- Μήτε η στάμνα μου βαρειά, μήδε νερό λυπούμαι,
μόν’ άνδρα έχω σεφερλή, λείπει δώδεκα χρόνια.
- Ποιανού ένι τα πρόβατα, ποιανού ένι τα γίδια,
ποιανού ένι κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει;
- Του Κωσταντή ’ν’ τα πρόβατα, του Κωσταντή ’ν’ τα γίδια,
του Κωσταντή και τα σκυλιά τ’ αργυρομανικάτα,
του Κωσταντή κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει.
Και τότε την εγνώρισε πως ένι η καλή του.
Στον μαύρο την ανέβασε, στο σπίτι την εκρύβγει.
Την μάννα του ερώτησε – Μάννα πού ’ν’ η καλή μου;
- Στην γειτονιά εδιάβηκε, τώρα θέλει να έρτη.
- Μάννα πού ’ν’ η καλούδα μου, πού ’νε οι οφθαλμοί μου;
- Κείνη γυιέ μου απόθανε. – Δείξε μου το μνημόρι.
- Κείνο γυιέ μου χορτάριασε και πλειο δεν φανερώνει.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 101-102.
το Μάη αμπέλι φύτευε, το Μάη γυναίκα πήρε,
το Μάη τον ήρθε μήνυμα, να πάγη στο σεφέρι.
- Μάννα μου, την καλούδα μου καλά να την φυλάγης.
Μήλο να τρώγη το πωρνό, ρόδι το μεσημέρι
Στου ήλιου το βασίλεμα να τρώγη περιστέρι.
Ακόμη δεν εξήβγηκε κάνεν δυο μίλλια αλάργα
κ’ εις τη σκαρή την έβαλε, κι’ ανδρίκια την ξουρίζη.
Τη δίνει πέντε πρόβατα και δέκα πέντε γίδια,
τη δίνει και μισό ψωμί, και δεκοχτώ κρομμύδια
τρίγια σκυλιά λαγωνικά κι’ αργυρομανικάτα.
- Αν δεν τα πας στα εκατό, και αν δε τα πας στα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά να πας στα εβδομήντα,
στον κάμπο να μη κατηβής νερό και τα ποτίσης.
Αν ήθελεν η μοίρα της και η καλή της τύχη,
τα πήγε κ’ εις τα εκατό, τα πήγε κ’ εις τα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά τα πήγε στα βδομήντα.
Στον κάμπο τα κατέβασε νερό να τα ποτίση.
Κι’ ο Κωσταντίνος έρχεται από βαρύ ταξείδι.
- Φύλακ’, ανάουρε νερό να πιουν τα διψασμένα,
να πιω κ’ εγώ κι’ ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα στάμνες έσυρε και δεν αναντρανίζει,,
τα δάκρυα την παίρνουνε και στειρεμμό δεν έχουν.
- Φύλακα, το σταμνί είν’ βαρύ, γιά το νερό λυπάσια;
Και κείνη αποκρίθηκε με το καϋμέν’ αχείλι.
- Μήτε η στάμνα μου βαρειά, μήδε νερό λυπούμαι,
μόν’ άνδρα έχω σεφερλή, λείπει δώδεκα χρόνια.
- Ποιανού ένι τα πρόβατα, ποιανού ένι τα γίδια,
ποιανού ένι κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει;
- Του Κωσταντή ’ν’ τα πρόβατα, του Κωσταντή ’ν’ τα γίδια,
του Κωσταντή και τα σκυλιά τ’ αργυρομανικάτα,
του Κωσταντή κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει.
Και τότε την εγνώρισε πως ένι η καλή του.
Στον μαύρο την ανέβασε, στο σπίτι την εκρύβγει.
Την μάννα του ερώτησε – Μάννα πού ’ν’ η καλή μου;
- Στην γειτονιά εδιάβηκε, τώρα θέλει να έρτη.
- Μάννα πού ’ν’ η καλούδα μου, πού ’νε οι οφθαλμοί μου;
- Κείνη γυιέ μου απόθανε. – Δείξε μου το μνημόρι.
- Κείνο γυιέ μου χορτάριασε και πλειο δεν φανερώνει.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 101-102.
7/4/10
ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΙΜΒΡΙΑΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ
1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η γλώσσα , που εκτός από το τελειότερο όργανο επικοινωνίας, είναι και φορέας της παράδοσής μας, στοιχείο αναπόσπαστο της εθνικής μας παράδοσης, είναι δυνατό να συρρικνωθεί ή ακόμα και να πεθάνει. Υπάρχουν δύο είδη γλωσσικού θανάτου: ο απότομος, σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, γενοκτονίας και απότομης εξαφάνισης των ομιλητών της γλώσσας και ο σταδιακός που μας ενδιαφέρει καθώς βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση του Ιμβριακού Ιδιώματος. Οι γλωσσικές μορφές που πλήττονται και κινδυνεύουν περισσότερο από τον σταδιακό γλωσσικό θάνατο είναι κυρίως οι μειονοτικές γλώσσες καθώς και οι γλωσσικές διάλεκτοι – ιδιώματα , γλώσσες δηλ. που θεωρούνται, εντελώς λανθασμένα, ως κατώτερες σε σύγκριση με τις επίσημες – καθιερωμένες (standards) γλώσσες.
2. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ( Συρρίκνωση του Ιμβριακού Ιδιώματος )
Η Ιμβριακή λαλιά, για διάφορους εξωγλωσσικούς (πολιτικούς, κοινωνικούς, κ.λπ.) λόγους, συγκεντρώνει στοιχεία και των δύο παραπάνω κατηγοριών, ανήκει δηλ. τόσο στις μειονοτικές γλώσσες όσο και στα νεοελληνικά ιδιώματα , με συνέπεια να κινδυνεύει με διαφορετικούς συγχρόνως τρόπους:
Α. ΤΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΩΣ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Αναλόγως της χώρας στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Ίμβριοι (εκτός Ελλάδος) και της επίσημης γλώσσας αυτής μπορούμε να διακρίνουμε δύο περαιτέρω υποκατηγορίες:
(i) Ίμβριοι που παρέμειναν στην Ίμβρο,
(ii) Ίμβριοι μετανάστες του εξωτερικού.
Οι Ίμβριοι που βρέθηκαν σε χώρες με ξένη επίσημη γλώσσα (Τουρκική, Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, κ.λπ.), η οποία είχε καθιερωθεί και χρησιμοποιείτο από το επίσημο κράτος (διοίκηση, εκπαίδευση, ΜΜΕ, κ.λπ.) ήρθαν αντιμέτωποι με σημαντικά προβλήματα επικοινωνίας και επιβίωσης. Για να αντιμετωπίσουν αυτά αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να μάθουν και να χρησιμοποιούν την επίσημη γλώσσα του κράτους, να γίνουν δηλ. δίγλωσσοι , παραμελώντας συγχρόνως το μητρικό τους (ιμβριακό) ιδίωμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν μόνον κατά την μεταξύ τους επικοινωνία.
Σε αυτό εξάλλου συνέβαλε, σε ό,τι αφορά τους μετανάστες του εξωτερικού, και η επαφή τους με άλλους Έλληνες που προερχόταν από διάφορα μέρη της Ελλάδος. Η επαφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την σιωπηλή υιοθέτηση εκ μέρους όλων και την επικοινωνία τους στην Νεοελληνική Κοινή, με κάποια απλώς διαλεκτική προφορά και ορισμένες παρεισφρήσεις από το εκάστοτε ιδίωμα.
Τέλος σήμερα, η νεότερη γενιά των Ιμβρίων του εξωτερικού έχει απομακρυνθεί, όπως ήταν αναμενόμενο, ακόμα περισσότερο από την ιμβριακή λαλιά, καθώς η επικοινωνία μεταξύ τους γίνεται σε μια μορφή γλώσσας που προσεγγίζει περισσότερο την Νεοελληνική Κοινή ανάμεικτη με στοιχεία του Ιμβριακού Ιδιώματος και της ξένης γλώσσας.
Β. ΤΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΩΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ
Οι Ίμβριοι που εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, ήρθαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική γλωσσική κατάσταση: έπρεπε να υπομείνουν τον άτυπο γλωσσικό ρατσισμό και τις γλωσσικές προκαταλήψεις των υπολοίπων Ελλήνων, οι οποίοι, ως ομιλητές της επίσημα καθιερωμένης νεοελληνικής γλώσσας, στιγμάτιζαν και αντιμετώπιζαν υποτιμητικά κάθε είδους γλωσσική παρέκκλιση και επομένως και κάθε διαλεκτικό ομιλητή (στον σχολικό, εργασιακό και ευρύτερα κοινωνικό χώρο).
Επίσης, το γεγονός ότι το Ιμβρικό Ιδίωμα – όπως όλα τα νεοελληνικά ιδιώματα, εκτός από την Κρητική και την Κυπριακή διάλεκτο – δεν διαθέτει γραπτή μορφή και φυσικά δεν διδάσκεται στο σχολείο, είχε σαν συνέπεια να θεωρηθεί αυθαίρετα – ακόμα και από τους ίδιους τους Ίμβρίους –, με κριτήρια εξωγλωσσικά, αντιεπιστημονικά , ως μια κατώτερη γλωσσική μορφή που έπρεπε να απαλειφθεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Ίμβριοι, όχι μόνο να υιοθετήσουν την επίσημη νεοελληνική γλώσσα (πράγμα φυσικό και απαραίτητο), να γίνουν δηλ. δι-διαλεκτικοί , αλλά και να «ξεχάσουν» την μητρική τους ντοπιολαλιά κατά το δυνατόν, και αν κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο να γίνει, προσπάθησαν να την περιορίσουν μέσα στο σπίτι, μιλώντας «ιμβριώτικα» μόνο με τους δικούς τους ή με άλλους Ιμβρίους και μάλιστα αποφεύγοντας συνήθως να χρησιμοποιούν το ιδίωμα μπροστά στα παιδιά τους, προκειμένου τα τελευταία να μάθουν να μιλάνε «σωστά» (!) και να μην στιγματιστούν και τα ίδια γλωσσικά και κατ’ επέκταση και κοινωνικά.
Τέλος σήμερα, η νεότερη γενιά των Ιμβρίων που ζουν στην Ελλάδα, αγνοώντας παντελώς το Ιμβριακό Ιδίωμα, χρησιμοποιεί την Νεοελληνική Κοινή χωρίς κανένα απολύτως ιμβριακό, ιδιωματικό στοιχείο.
3 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εντελώς πρόχειρα και σχηματικά προσπαθήσαμε να καταδείξουμε εν συντομία τους κυριότερους λόγους που οδήγησαν – και οδηγούν – το Ιμβριακό Ιδίωμα σε συρρίκνωση αλλά και τον τεράστιο – και δυστυχώς, όπως φαίνεται, αναπόφευκτο – κίνδυνο πλήρους εξαφάνισής του. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι, όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, η επίσημη νεοελληνική γλώσσα συνετέλεσε ίσως αποφασιστικότερα στην βαθμιαία λήθη και συρρίκνωση του ιδιώματος αυτού σε σύγκριση με τις ξένες γλώσσες των χωρών όπου εγκαταστάθηκαν οι Ίμβριοι. Ωστόσο, ιδιαίτερα χρήσιμη και ενδιαφέρουσα θα ήταν, αν μπορούσε να γίνει, μια συγκριτική γλωσσική μελέτη σχετικά με τον βαθμό διατήρησης ή υποχώρησης αντίστοιχα του Ιμβρικού Ιδιώματος στην Ελλάδα, την Ίμβρο και το εξωτερικό.
Ξενοφών Τζαβάρας
Κλ. Φιλόλογος – Γλωσσολόγος
Master Γλωσσολογίας
Πηγή: Σύλλογος Ιμβρίων Αθηνών (Ξενοφών Τζαβάρας 2003: "Γλωσσικός θάνατος: η περίπτωση του ιμβριακού ιδιώματος", Ίμβρος 72: 38-39)
Η γλώσσα , που εκτός από το τελειότερο όργανο επικοινωνίας, είναι και φορέας της παράδοσής μας, στοιχείο αναπόσπαστο της εθνικής μας παράδοσης, είναι δυνατό να συρρικνωθεί ή ακόμα και να πεθάνει. Υπάρχουν δύο είδη γλωσσικού θανάτου: ο απότομος, σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, γενοκτονίας και απότομης εξαφάνισης των ομιλητών της γλώσσας και ο σταδιακός που μας ενδιαφέρει καθώς βρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση του Ιμβριακού Ιδιώματος. Οι γλωσσικές μορφές που πλήττονται και κινδυνεύουν περισσότερο από τον σταδιακό γλωσσικό θάνατο είναι κυρίως οι μειονοτικές γλώσσες καθώς και οι γλωσσικές διάλεκτοι – ιδιώματα , γλώσσες δηλ. που θεωρούνται, εντελώς λανθασμένα, ως κατώτερες σε σύγκριση με τις επίσημες – καθιερωμένες (standards) γλώσσες.
2. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ ( Συρρίκνωση του Ιμβριακού Ιδιώματος )
Η Ιμβριακή λαλιά, για διάφορους εξωγλωσσικούς (πολιτικούς, κοινωνικούς, κ.λπ.) λόγους, συγκεντρώνει στοιχεία και των δύο παραπάνω κατηγοριών, ανήκει δηλ. τόσο στις μειονοτικές γλώσσες όσο και στα νεοελληνικά ιδιώματα , με συνέπεια να κινδυνεύει με διαφορετικούς συγχρόνως τρόπους:
Α. ΤΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΩΣ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Αναλόγως της χώρας στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Ίμβριοι (εκτός Ελλάδος) και της επίσημης γλώσσας αυτής μπορούμε να διακρίνουμε δύο περαιτέρω υποκατηγορίες:
(i) Ίμβριοι που παρέμειναν στην Ίμβρο,
(ii) Ίμβριοι μετανάστες του εξωτερικού.
Οι Ίμβριοι που βρέθηκαν σε χώρες με ξένη επίσημη γλώσσα (Τουρκική, Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, κ.λπ.), η οποία είχε καθιερωθεί και χρησιμοποιείτο από το επίσημο κράτος (διοίκηση, εκπαίδευση, ΜΜΕ, κ.λπ.) ήρθαν αντιμέτωποι με σημαντικά προβλήματα επικοινωνίας και επιβίωσης. Για να αντιμετωπίσουν αυτά αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να μάθουν και να χρησιμοποιούν την επίσημη γλώσσα του κράτους, να γίνουν δηλ. δίγλωσσοι , παραμελώντας συγχρόνως το μητρικό τους (ιμβριακό) ιδίωμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν μόνον κατά την μεταξύ τους επικοινωνία.
Σε αυτό εξάλλου συνέβαλε, σε ό,τι αφορά τους μετανάστες του εξωτερικού, και η επαφή τους με άλλους Έλληνες που προερχόταν από διάφορα μέρη της Ελλάδος. Η επαφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την σιωπηλή υιοθέτηση εκ μέρους όλων και την επικοινωνία τους στην Νεοελληνική Κοινή, με κάποια απλώς διαλεκτική προφορά και ορισμένες παρεισφρήσεις από το εκάστοτε ιδίωμα.
Τέλος σήμερα, η νεότερη γενιά των Ιμβρίων του εξωτερικού έχει απομακρυνθεί, όπως ήταν αναμενόμενο, ακόμα περισσότερο από την ιμβριακή λαλιά, καθώς η επικοινωνία μεταξύ τους γίνεται σε μια μορφή γλώσσας που προσεγγίζει περισσότερο την Νεοελληνική Κοινή ανάμεικτη με στοιχεία του Ιμβριακού Ιδιώματος και της ξένης γλώσσας.
Β. ΤΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΩΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ
Οι Ίμβριοι που εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, ήρθαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική γλωσσική κατάσταση: έπρεπε να υπομείνουν τον άτυπο γλωσσικό ρατσισμό και τις γλωσσικές προκαταλήψεις των υπολοίπων Ελλήνων, οι οποίοι, ως ομιλητές της επίσημα καθιερωμένης νεοελληνικής γλώσσας, στιγμάτιζαν και αντιμετώπιζαν υποτιμητικά κάθε είδους γλωσσική παρέκκλιση και επομένως και κάθε διαλεκτικό ομιλητή (στον σχολικό, εργασιακό και ευρύτερα κοινωνικό χώρο).
Επίσης, το γεγονός ότι το Ιμβρικό Ιδίωμα – όπως όλα τα νεοελληνικά ιδιώματα, εκτός από την Κρητική και την Κυπριακή διάλεκτο – δεν διαθέτει γραπτή μορφή και φυσικά δεν διδάσκεται στο σχολείο, είχε σαν συνέπεια να θεωρηθεί αυθαίρετα – ακόμα και από τους ίδιους τους Ίμβρίους –, με κριτήρια εξωγλωσσικά, αντιεπιστημονικά , ως μια κατώτερη γλωσσική μορφή που έπρεπε να απαλειφθεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Ίμβριοι, όχι μόνο να υιοθετήσουν την επίσημη νεοελληνική γλώσσα (πράγμα φυσικό και απαραίτητο), να γίνουν δηλ. δι-διαλεκτικοί , αλλά και να «ξεχάσουν» την μητρική τους ντοπιολαλιά κατά το δυνατόν, και αν κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο να γίνει, προσπάθησαν να την περιορίσουν μέσα στο σπίτι, μιλώντας «ιμβριώτικα» μόνο με τους δικούς τους ή με άλλους Ιμβρίους και μάλιστα αποφεύγοντας συνήθως να χρησιμοποιούν το ιδίωμα μπροστά στα παιδιά τους, προκειμένου τα τελευταία να μάθουν να μιλάνε «σωστά» (!) και να μην στιγματιστούν και τα ίδια γλωσσικά και κατ’ επέκταση και κοινωνικά.
Τέλος σήμερα, η νεότερη γενιά των Ιμβρίων που ζουν στην Ελλάδα, αγνοώντας παντελώς το Ιμβριακό Ιδίωμα, χρησιμοποιεί την Νεοελληνική Κοινή χωρίς κανένα απολύτως ιμβριακό, ιδιωματικό στοιχείο.
3 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εντελώς πρόχειρα και σχηματικά προσπαθήσαμε να καταδείξουμε εν συντομία τους κυριότερους λόγους που οδήγησαν – και οδηγούν – το Ιμβριακό Ιδίωμα σε συρρίκνωση αλλά και τον τεράστιο – και δυστυχώς, όπως φαίνεται, αναπόφευκτο – κίνδυνο πλήρους εξαφάνισής του. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι, όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, η επίσημη νεοελληνική γλώσσα συνετέλεσε ίσως αποφασιστικότερα στην βαθμιαία λήθη και συρρίκνωση του ιδιώματος αυτού σε σύγκριση με τις ξένες γλώσσες των χωρών όπου εγκαταστάθηκαν οι Ίμβριοι. Ωστόσο, ιδιαίτερα χρήσιμη και ενδιαφέρουσα θα ήταν, αν μπορούσε να γίνει, μια συγκριτική γλωσσική μελέτη σχετικά με τον βαθμό διατήρησης ή υποχώρησης αντίστοιχα του Ιμβρικού Ιδιώματος στην Ελλάδα, την Ίμβρο και το εξωτερικό.
Ξενοφών Τζαβάρας
Κλ. Φιλόλογος – Γλωσσολόγος
Master Γλωσσολογίας
Πηγή: Σύλλογος Ιμβρίων Αθηνών (Ξενοφών Τζαβάρας 2003: "Γλωσσικός θάνατος: η περίπτωση του ιμβριακού ιδιώματος", Ίμβρος 72: 38-39)
19/3/10
ΚΑΣΚΑΒΑΛΙΑ ή ΤΑ ΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ (Λαϊκή Ιστορία της Ίμβρου)
Ήταν κάποτε στην Ίμβρο μία γριά που ήταν η πιο πλούσια του νησιού. Στην κυριολεξία δεν ήξερε τι είχε. Από αιγοπρόβατα μέχρι κτήματα και χρήματα.
Οι γεροντότεροι Ίμβριοι διηγούνται ότι τα πρόβατα και τα κατσίκια της ήταν περισσότερα κι από τις πέτρες των βουνών. Οι τσομπάνηδες κι οι παραγιοί της ήταν περισσότεροι από όλους τος υπόλοιπους τσομπάνηδες του νησιού. Σε κάθε γέννα τω ζώων της πήγαινε η ίδια και ξεχώριζε πια θα κρατήσει και πια θα πουλήσει. Κάθε φορά κράταγε 3.000 από τα νεογέννητα "χίλια μίδια, χίλια κούτλα,χίλια με τα κέρατα", δηλαδή χίλια που δεν έχουν μεγάλα αυτιά, χίλια χωρίς κέρατα και χίλια με κέρατα. Οι καλύβες της ήταν πάντα γεμάτες με τυριά, μυζήθρες και βούτηρα. όταν γινόταν πόλεμος, αμέτρητα καράβια έρχονταν στην Ίμβρο κι αγόραζαν από την γριά.
Τότε ο Μάρτης είχε 29 ημέρες κι όχι 31 που ξέρουμε σήμερα. Μία χρονιά στα μέσα του Μάρτη ξέσπασε κακοκαιρία που πάγωσε όλα τα ζώα του νησιού εκτός από της γριάς. Μέχρι και η θάλασσα πάγωσε. Στις 29 που έφευγε ο Μάρτης η γριά τον κορόιδεψε λέγοντας ότι μπήκε, βγήκε, χάλασε τον κόσμο, όμως τα ζώα της την γλύτωσαν. Θύμωσε ο Μάρτης και δανείστηκε 2 ημέρες από τον αδελφό του Φλεβάρη (ο οποίος έμεινε με 28 ημέρες μέχρι σήμερα). Έτσι εκείνο το βράδυ ο Μάρτης άρχισε το χιόνι και την παγωνιά κι όλα τα ζώα της γριάς πάγωσαν εκτός από τα 3.000 νεογέννητα που πρόλαβε να τα τυλίξει η γριά με χοντρά κιλίμια.
Η γριά όταν είδε αυτό το κακό τρελάθηκε, θύμωσε με τον Θεό και έβαλε τα τυριά της το ένα πάνω στο άλλο, για να φτιάξει σκαλοπάτια μέχρι τον ουρανό για να Τον επιπλήξει. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβεια και το θράσος της γριάς και την μετέτρεψε κι αυτή και τα τυριά της σε πέτρα. Τα τυριά της όπως βλέπεται στην φωτογραφία παραμένουν μέχρι σήμερα στοιβαγμένα στον γιαλό.

Πηγή: Κοκκινάκης Service
Οι γεροντότεροι Ίμβριοι διηγούνται ότι τα πρόβατα και τα κατσίκια της ήταν περισσότερα κι από τις πέτρες των βουνών. Οι τσομπάνηδες κι οι παραγιοί της ήταν περισσότεροι από όλους τος υπόλοιπους τσομπάνηδες του νησιού. Σε κάθε γέννα τω ζώων της πήγαινε η ίδια και ξεχώριζε πια θα κρατήσει και πια θα πουλήσει. Κάθε φορά κράταγε 3.000 από τα νεογέννητα "χίλια μίδια, χίλια κούτλα,χίλια με τα κέρατα", δηλαδή χίλια που δεν έχουν μεγάλα αυτιά, χίλια χωρίς κέρατα και χίλια με κέρατα. Οι καλύβες της ήταν πάντα γεμάτες με τυριά, μυζήθρες και βούτηρα. όταν γινόταν πόλεμος, αμέτρητα καράβια έρχονταν στην Ίμβρο κι αγόραζαν από την γριά.
Τότε ο Μάρτης είχε 29 ημέρες κι όχι 31 που ξέρουμε σήμερα. Μία χρονιά στα μέσα του Μάρτη ξέσπασε κακοκαιρία που πάγωσε όλα τα ζώα του νησιού εκτός από της γριάς. Μέχρι και η θάλασσα πάγωσε. Στις 29 που έφευγε ο Μάρτης η γριά τον κορόιδεψε λέγοντας ότι μπήκε, βγήκε, χάλασε τον κόσμο, όμως τα ζώα της την γλύτωσαν. Θύμωσε ο Μάρτης και δανείστηκε 2 ημέρες από τον αδελφό του Φλεβάρη (ο οποίος έμεινε με 28 ημέρες μέχρι σήμερα). Έτσι εκείνο το βράδυ ο Μάρτης άρχισε το χιόνι και την παγωνιά κι όλα τα ζώα της γριάς πάγωσαν εκτός από τα 3.000 νεογέννητα που πρόλαβε να τα τυλίξει η γριά με χοντρά κιλίμια.
Η γριά όταν είδε αυτό το κακό τρελάθηκε, θύμωσε με τον Θεό και έβαλε τα τυριά της το ένα πάνω στο άλλο, για να φτιάξει σκαλοπάτια μέχρι τον ουρανό για να Τον επιπλήξει. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβεια και το θράσος της γριάς και την μετέτρεψε κι αυτή και τα τυριά της σε πέτρα. Τα τυριά της όπως βλέπεται στην φωτογραφία παραμένουν μέχρι σήμερα στοιβαγμένα στον γιαλό.

Πηγή: Κοκκινάκης Service
Ετικέτες
Γλυκύ,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
Μάρτης,
Μικρά Ασία
3/3/10
ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΟΥ ΙΜΒΡΙΑΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η παρουσίαση της γλωσσικής κατάστασης της γενικής πτώσης στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου και η τάση που υπάρχει για συρρίκνωση και αντικατάσταση αυτής από άλλες ισοδύναμες εκφορές σε ότι αφορά το συντακτικό επίπεδο. Εξετάζουμε τις χρήσεις της γενικής στο Ιμβριακό Ιδίωμα και τις ισοδύναμες δομές που μπορούν να την αντικαθιστούν, καθώς επίσης και τον τρόπο δήλωσης στο ιδίωμα αυτό άλλων χρήσεων της γενικής στην Νεοελληνική Κοινή.
Αυτή η παρουσίαση των τάσεων της γενικής γίνεται σε σχέση με τα μέρη του λόγου από τα οποία αυτή εξαρτάται. Έτσι, εξετάζουμε την γενική που εξαρτάται από ονόματα (πρωτογενή και ρηματικά), επίθετα, ρήματα (με ένα ή δύο αντικείμενα), αντωνυμίες, αριθμητικά, επιφωνήματα καθώς και ορισμένες παγιωποιημένες εκφράσεις της γενικής. Τέλος, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι για αυτήν την συρρίκνωση της γενικής στο Ιμβριακό Ιδίωμα είναι τόσο γλωσσολογικοί όσο και κοινωνικοί, μη γλωσσολογικοί.
SUMMARY
The purpose of this essay is to present the linguistic situation of the genitive case in the linguistic idiom of Imvros and its tension of decrease and replacement from other equivalent structures with regard to the syntactic level. We examine the usages of the genitive case in the imvrian idiom and the equivalent structures that can replace it, as well as the way of statement in this idiom other usages’ of the genitive in the Modern Greek language.
This presentation of tensions of the genitive is made in proportion to the parts of speech on which it is depended. So, we examine the genitive dependent on nouns (primaries and verbals), adjectives, verbs (with one or two objects), pronouns, numbers, adverbs, exclamations and also some idiomatic expressions in genitive. Finally, we claim that the reasons for this decrease of the genitive in imvrian idiom are both linguistics and socials, non – linguistics.
ΣΥΜΒΟΛΑ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΑΣ
Πιο κάτω παραθέτουμε τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται στην παρούσα εργασία για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη απεικόνιση της προφοράς του Ιμβριακού Ιδιώματος. Αυτά, μαζί με παραδείγματα τόσο από την Νεοελληνική Κοινή όσο και από άλλες γλώσσες για την πληρέστερη κατανόησή τους, είναι τα εξής :
ζ': γαλλ. jardin, gymnastique
λ': ελιά, ήλιος
ν': εννιά, νιώθω
σ', ς': γαλλ. ch (acheter) ή γερμ. sch (schon) ή τουρκ. ş
(şapka)
χ': χέρι, χύνω
τσ', τς': τουρκ. çift (τ + σ')
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1.1. Γλωσσική Μεταβολή
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η κατάδειξη των γλωσσικών τάσεων που παρατηρούνται στην γενική πτώση του γλωσσικού ιδιώματος της Ίμβρου σε επίπεδο συντακτικό σε σχέση με την Νεοελληνική Κοινή (στο εξής: ΝΕ.Κ.), η εξέταση δηλ. της γλωσσικής μεταβολής που λαμβάνει χώρα στο Ιμβριακό Ιδίωμα (στο εξής: Ι.Ι.) σε ό,τι αφορά την γενική εν χρήσει.
Περί της δυναμικής έννοιας της γλώσσας και της ενδιάθετης τάσης που έχει για μεταβολή έχουν ειπωθεί πάρα πολλά . Πρώτος, ο θεμελιωτής της Νεότερης Γλωσσολογίας Ferdinand de Saussure αφού χώρισε την γλώσσα σε λόγο και ομιλία , τόνισε τον ετερογενή, αυθόρμητο και προσωπικό χαρακτήρα της δεύτερης , εν συνεχεία ο Chomsky μολονότι κατακρίνει την επιστημονική σπουδή της ομιλίας και μάλιστα της γλωσσικής μεταβολής, αποδέχεται την ύπαρξή της από την στιγμή που κάνει διάκριση μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (linguistic competence) και γλωσσικής πραγμάτωσης (linguistic performance) .
Το ότι η γλώσσα αλλάζει και μάλιστα και σε συγχρονικό επίπεδο θα υποστηρίξει αργότερα ο Jakobson ενώ ο Martinet θα ερμηνεύσει αυτές τις μεταβολές ως οφειλόμενες στην εγγενή προσπάθεια του ομιλητή για επικοινωνία και οικονομία . Τέλος σημαντική ώθηση στην σημασία και την επιστημονική μελέτη της γλωσσικής μεταβολής θα δώσει ο Labov, ο οποίος θα υποστηρίξει την ανάγκη εξέτασης της γλώσσας μέσα στα κοινωνικά συμφραζόμενα και θα αποδείξει την ετερογένεια που υφίσταται σε αυτήν .
1.2. Τάσεις της Γενικής στην ΝΕ.Κ.
Η γλωσσική μεταβολή είναι ένα γενικό φαινόμενο που αφορά όλα τα στοιχεία της γλώσσας και απαντά σε όλα τα επίπεδα αυτής: φωνητικό – φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό. Είναι λοιπόν φυσικό και αναμενόμενο μέσα σε αυτό το πλαίσιο αλλαγής και διαφοροποίησης να μεταβάλλεται και το σύστημα των πτώσεων μιας γλώσσας σε επίπεδο τόσο μορφολογικό (κλιτικό παράδειγμα) όσο και συντακτικό (χρήση – λειτουργία μέσα στον λόγο) και πιο συγκεκριμένα η γενική.
Ειδικότερα, στην ΝΕ.Κ., η γενική εμφανίζει σημαντικές αλλαγές σε σχέση με την Αρχαία Ελληνική (Α.Ε.) και στα δύο επίπεδα, καθώς υπάρχει τάση περιορισμού αυτής και προοδευτικής εξαφάνισης με αντικατάσταση από άλλες δομές (αιτιατική πτώση, εμπρόθετες εκφορές, σύνθετες αποδόσεις, κ.τ.ό) .
Έτσι, στο συντακτικό επίπεδο, παρά τον εμπλουτισμό της γενικής λόγω της χρησιμοποίησής της αντί της παλιάς δοτικής και αφαιρετικής, υπάρχει έντονη η τάση συρρίκνωσης και αντικατάστασής της κυρίως από εμπρόθετους προσδιορισμούς, καθώς μόνον η γενική κτητική δεν μπορεί να αντικατασταθεί . Οι υπόλοιπες χρήσεις της γενικής είτε πλήρως (μετά από προθέσεις) , είτε μερικώς μετά από ονόματα, ρήματα, επίθετα, αντωνυμίες, επιρρήματα, αριθμητικά, επιφωνήματα αντικαθίστανται από ισοδύναμες εκφράσεις .
2. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
2.1. Τάσεις της Γενικής στο Ι.Ι.
Η παρατηρούμενη αυτή τάση μεταβολής και συρρίκνωσης της γενικής στην ΝΕ.Κ. απαντά και μάλιστα σε εντονότερο βαθμό και στο Ι.Ι., όπου οι τόποι εμφάνισης της γενικής τείνουν να περιοριστούν ακόμη περισσότερο. Το ιδίωμα αυτό ανήκει στα νεοελληνικά ιδιώματα και πιο συγκεκριμένα στα βόρεια , βάσει της διαφορετικής εξέλιξης και πορείας των ατόνων φωνηέντων: /e/ (ε, αι), /i/ (ι, η, υ, οι, ει), /ο/ (ο, ω) και /u/ (ου).
Προκειμένου να φανεί ξεκάθαρα αυτή η τάση περιορισμού της γενικής στο συντακτικό επίπεδο του Ι.Ι. και αντικατάστασής της από ισοδύναμες εκφράσεις, θα εξετάσουμε παρακάτω τις περιπτώσεις όπου απαντά η γενική σε αυτό, τις ισοδύναμες εκφορές με τις οποίες μπορεί να αντικαθίσταται, καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο δηλώνονται στο εν λόγω ιδίωμα οι υπόλοιπες χρήσεις της γενικής στην ΝΕ.Κ..
2.2. Χρήσεις της Γενικής στο Ι.Ι.
Οι περιπτώσεις στις οποίες χρησιμοποιείται η γενική στο Ι.Ι. συναντώνται εξολοκλήρου και στην ΝΕ.Κ.. Δεν υπάρχει επομένως εκφορά γενικής του Ι.Ι. που να μην απαντά στην ΝΕ.Κ. Αντιθέτως, όπως θα δούμε, υπάρχουν ορισμένες εκφορές της πτώσης αυτής στην ΝΕ.Κ., οι οποίες είτε δεν απαντούν είτε τείνουν να αντικατασταθούν προοδευτικά στο Ι.Ι., καθώς είναι περιορισμένης χρήσεως.
2.2.1. Η Γενική εξαρτημένη από Ουσιαστικά
Η Tsamadou προτείνει την διάκριση των ουσιαστικών, και ως εκ τούτου και των χρήσεων της γενικής, σε πρωτογενή (primitifs) και μεταρρηματικά (déverbaux) . Ακολουθώντας την ίδια διάκριση και για το Ι.Ι. μπορούμε να διαπιστώσουμε τα εξής είδη γενικής:
2.2.1.1. Η Γενική εξαρτημένη από Ουσιαστικά Πρωτογενή
2.2.1.1.1. Γενική Κτητική
(1) τ’ς' Μαρίγιας του σ'πίτι.
(2) τ’ Γιάν'ν'’ του λιουστάσ'’.
(3) τ’ς' αχλαδιάς του βιλόν'’.
(4) τ’ σ'πιτιού του ντουβάρι.
2.2.1.1.1.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Στις περιπτώσεις της γενικής που αναφέρεται σε κάτι άψυχο (3,4), αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετη έκφραση (: από + αιτιατική) καθώς και – όχι πάντα – από σύνθετη λέξη, ενώ η γενική που αναφέρεται σε κάτι έμψυχο (1,2), δύναται να αντικατασταθεί από δευτερεύουσα πρόταση (: που + έχω):
(1΄) του σ'πίτι απ’ όχ'’ η Μαρίγια.
*(1΄΄) του σ'πίτι απού ντ’ Μαρίγια.
(2΄) του λιουστάσ'’ ’π’ όχ'’ ι Γιάν'ν'’ς.
*(2΄΄) του λιουστάσ'’ απ’ ντου Γιάν'ν'’.
(3΄) του βιλόν'’ απού ντ’ν αχλαδιά.
*(3΄΄) του βιλόν'’ ’π’ όχ'’ ηγ' αχλαδιά.
(3΄΄΄) τ’ αχλαδουβέλουνου.
(4΄) του ντουβάρι απ’ του σ'πίτι.
*(4΄΄) του ντουβάρι απ’ όχ'’ του σ'πίτι.
2.2.1.1.2. Γενική Καταγωγής
(5) τ’ς' Μαργίτσας η θυατέρα.
(6) τ’ς' Ασπρούλας τα π’λούδια.
2.2.1.1.2.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική της καταγωγής μπορεί να αντικατασταθεί μερικές φορές από εμπρόθετη εκφορά (: από + αιτιατική) ή από δευτερεύουσα πρόταση (: που + ρήμα):
*(5΄) η θυατέρα απού ντ’ Μαργίτσα.
(5΄΄) η θυατέρα ’πό ’κανι / ’χ'’ η Μαργίτσα.
(6΄) τα π’λούδια απού ντ’ν Ασπρούλα..
(6΄΄) τα π’λούδια ’πό ’κανι ηγ' Ασπρούλα.
2.2.1.2. Η Γενική εξαρτημένη από Ουσιαστικά Μεταρρηματικά
2.2.1.2.1. Γενική Υποκειμενική
(7) ακούγου του κλάμα τι πιδιού.
(8) ακούγου τα κακαρίσματα τ’ς' όρ’θας.
2.2.1.2.1.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική υποκειμενική μπορεί να αντικατασταθεί από υποτακτική εκφορά, δηλ. από δευτερεύουσα αναφορική πρόταση (: που + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό) ή από παρατακτική, δηλ. από άλλη κύρια (: και + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό):
(7΄) ακούγου του πιδί απ’ κλαίγ'’.
(7΄΄) ακούγου του πιδί κι κλαίγ'’.
(8΄) ακούγου ντ’ν όρ’θα απ’ κακαρίζ'’.
(8΄΄) ακούγου ντ’ν όρ’θα κι κακαρίζ'’.
2.2.1.2.2. Γενική Αντικειμενική
(9) ι Παντιλής αρχίν'’σι του σουβάντ’σμα τ’ σ'πιτιού.
2.2.1.2.2.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική αντικειμενική μπορεί να αντικατασταθεί από υποτακτική (: να + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό) ή από παρατακτική εκφορά, δηλ. από άλλη κύρια πρόταση (: και + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό):
(8΄) ι Παντιλής αρχίν'’σι να σουβαντίζ'’ του σ'πίτι.
(8΄΄) ι Παντιλής αρχίν'’σι κι σουβαντίζ'’ του σ'πίτι.
2.2.1.3. Εμφάνιση Αλλεπάλληλων Γενικών
Στο Ι.Ι., αντίθετα από την ΝΕ.Κ., σπάνια απαντούν δύο ή περισσότερες γενικές συσσωρευμένες και εξαρτημένες η μία από την άλλη, παρά μόνο στην περίπτωση της γενικής κτητικής και της γενικής της καταγωγής.
(10) κύλ'’σι του ντουβάρι τ’ σ'πιτιού τι Ν'’κόλα.
(11) σπάσαν’ τα τζάμια τ’ σ'πιτιού τ’ Μήτρου τ’ς' Κιντιλέρινας.
2.2.1.3.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η πρώτη από τις δύο γενικές κτητικές μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετη εκφορά (: από + Αιτιατική):
(10΄) κύλ'’σι του ντουβάρι απ’ του σ'πίτι τι Ν'’κόλα.
(11΄) σπάσαν τα τζάμια απ’ του σ'πίτι τ’ Μήτρου τ’ς' Κιντιλέρινας.
2.2.2. Η Γενική εξαρτημένη από Επίθετα
Στο Ι.Ι. είναι πολύ σπάνια η χρήση αυτή της γενικής με επίθετα και εμφανίζεται μόνο με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου και με ορισμένα επίθετα:
(12) ι Κουσταντής είνι σ'’νουμήλ'’κου’ τ’ς'.
2.2.2.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Α. Η γενική από επίθετα πορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετο προσδιορισμό (: με + αιτιατική). Η αντικατάσταση αυτή είναι υποχρεωτική εξάλλου, προκειμένου να αντικατασταθεί το εγκλιτικό από το όνομα (ή την αντωνυμία) στο οποίο αναφέρεται:
(12΄) ι Κουσταντής είνι σ'’νουμήλ'’κους μι τι σένα.
(12΄΄) ι Κουσταντής είνι σ'’νουμήλ'’κους μι ντ’ Λέν'’.
Β. Εξάλλου, σε ό,τι αφορά στην απόδοση του β΄όρου σύγκρισης, στο Ι.Ι. δεν γίνεται σε καμία περίπτωση χρήση γενικής, καθώς ο β΄όρος σύγκρισης αποδίδεται με εμπρόθετο προσδιορισμό (: από + αιτιατική):
(13) ι Θάνους είνι πιο μ’κρός απ’ ντου Γκώστα.
*(13΄) ι Θάνους είνι πιο μ’κρός τ’ Κώστα.
2.2.3. Η Γενική εξαρτημένη από Ρήματα
Αναλόγως του αν το ρήμα με το οποίο συντάσσεται η γενική είναι δισθενές (μονόπτωτο) ή τρισθενές (δίπτωτο) διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:
2.2.3.1. Η Γενική εξαρτημένη από Ρήματα Δισθενή
Με την σειρά τους διακρίνονται σε ρήματα που λόγω της σημασίας τους παραδοσιακά συντάσσονταν με δοτική ή αφαιρετική, οι οποίες στην ΝΕ.Κ. αντικαταστάθηκαν από την γενική. Ο Τζάρτζανος ονομάζει αυτού του είδους την γενική ως: γενική – δοτική και γενική – αφαιρετική αντίστοιχα.
2.2.3.1.1. Γενική – Δοτική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – δοτικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – δοτική ή από εμπρόθετη εκφορά (: σε + αιτιατική):
(14) του πιδί μοιάζ'’ ντ’ μάννα τ’.
(14΄) του πιδί μοιάζ'’ ζ’ μάννα τ’.
*(14΄΄) του πιδί μοιάζ'’ τ’ς' μάννας τ’.
2.2.3.1.2. Γενική - Αφαιρετική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – αφαιρετικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – αφαιρετική ή από εμπρόθετη εκφορά (: από + αιτιατική):
(15) μι κρύφ’κι κι δε μπουρώ να του βρω.
(15΄) κρύφ’κι απ’ τι μένα κι δε μπουρώ να του βρω.
*(15΄΄) μ’ κρύφ’κι κι δε μπουρώ να του βρω.
2.2.3.2. Η Γενική εξαρτημένη από Ρήματα Τρισθενή
Κατά τον ίδιο τρόπο και με το ίδιο σκεπτικό διακρίνουμε στην ΝΕ.Κ. την γενική – δοτική, την γενική – αφαιρετική και την καθαρή γενική.
2.2.3.2.1. Γενική - Δοτική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – δοτικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – δοτική ή από εμπρόθετη εκφορά (: σε + αιτιατική):
(16) ’δώκι του διφτέρι ντου Γιάν'ν'’.
(16΄) ’δώκι του διφτέρι ζντου Γιάν'ν'’.
*(16΄΄) ’δώκι του διφτέρι τ’ Γιάν'ν'.
2.2.3.2.1.1. Παρατήρηση – Σημείωση
Με τον τρόπο αυτόν αίρεται η αμφισημία που υπάρχει στην ΝΕ.Κ. με την χρήση γενικής, καθώς δεν γίνεται διάκριση μεταξύ γενικής – δοτικής και γενικής κτητικής. .
2.2.3.2.2. Γενική - Αφαιρετική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – αφαιρετικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – αφαιρετική ή από εμπρόθετη εκφορά (: από + αιτιατική):
(17) γέριψι ντου Ν'’κόλα τ’ς' παράδις.
(17΄) γέριψι απ’ ντου Ν'’κόλα τ’ς' παράδις.
*(17΄΄) γέριψι τι Ν'’κόλα τα λιφτά.
2.2.3.2.3. Καθαρή Γενική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της καθαρής γενικής έχει αντικατασταθεί από καθαρή αιτιατική του εγκλιτικού τύπου της αντωνυμίας:
(18) ντη ντράβηξι τ’ αυτί.
*(18΄) τ’ς' τράβηξι τ’ αυτί.
2.2.4. Η Γενική εξαρτημένη από Αντωνυμίες
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής με αντωνυμίες εμφανίζεται μόνο με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου:
(19) κά’τι κι παίζ'’ μουναχός τ’.
(20) ούλ'’ μας φταίμι για ’κειό απ’ γίν'’κι.
(21) τούτους ι πινουφόρους είνι θ’κός σ’ γή θ’κός τ’;
2.2.5. Η Γενική εξαρτημένη από Αριθμητικά
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής με αριθμητικά εμφανίζεται μόνο με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου:
(22) πάμι στου χουράφ’ οι δυο μας!
2.2.6. Η Γενική εξαρτημένη από Επιρρήματα
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής εμφανίζεται μόνο με ορισμένα τοπικά επιρρήματα και με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου:
(23) τι ’ν’ ικειό απ’ κρέμιτι απ’ πίσου σ’;
2.2.6.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική από επιρρήματα μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετο προσδιορισμό (: από + αιτιατική). Η αντικατάσταση αυτή είναι υποχρεωτική εξάλλου, προκειμένου να αντικατασταθεί το εγκλιτικό από το όνομα (ή την αντωνυμία) στο οποίο αναφέρεται:
(23΄) τ’ ’ν’ ικειό απ’ κρέμιτι απ’ πίσου απ’ τι σένα;
(23΄΄) τ’ ’ν’ ικειό απ’ κρέμιτι απ’ πίσου απού ντ’ Γιάννα;
2.2.7. Η Γενική εξαρτημένη από Επιφωνήματα
Στο Ι.Ι. πολύ συχνή είναι η χρήση αυτή της γενικής με επιφωνήματα καθώς και εκφράσεις χαιρετισμού, ευχής, κ.τ.ό.:
(24) μπράβου τ’ς'!
(25) πιραστικά σ’!
(26) ντρουπή τ’!
2.2.7.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Α. Η γενική από επιφωνήματα μπορεί να αντικατασταθεί από αιτιατική ή από εμπρόθετο προσδιορισμό (: σε + αιτιατική). Η αντικατάσταση αυτή είναι υποχρεωτική εξάλλου, προκειμένου να αντικατασταθεί το εγκλιτικό από το όνομα (ή την αντωνυμία) στο οποίο αναφέρεται:
(24΄) μπράβου ντ’ Λέν'’!
(24΄΄) μπράβου ζ’ Λέν'’!
*(24΄΄΄) μπράβου τ’ς' Λέν'’ς!
Β. Τέλος, στο Ι.Ι. υπάρχουν ορισμένα επιφωνήματα που δεν δέχονται δίπλα τους γενική, αλλά συντάσσονται με εμπρόθετο προσδιορισμό:
(27) αλί σι μένα!
*(27΄) αλί μ’!
2.2.8. Η Γενική σε παγιωποιημένες εκφράσεις
Α. Στο Ι.Ι. εξάλλου, απαντά και ένας σημαντικός αριθμός γενικών σε παγιωποιημένες εκφράσεις σε θέση κατηγορουμένου ή επιρρηματικού προσδιορισμού:
(28) δε γκάν'’ τίπουτα τ’ς' προυκουπής!
(29) θα γίν'’ τσ'ι τριλής!
(30) έχ'’ πέσ'’ τ’ θανατά!
(31) τούτου απ’ φουρείς δεν είνι τ’ς' μόδας!
(32) έφαγι τ’ σκασμού!
(33) ούλου τ’ κιφαλιού τ’ κάν'’!
(34) θα ξανάρτου τι χρόν’!
Β. Τέλος, για δήλωση ημερών γιορτής Αγίων χρησιμοποιείται η γενική του ονόματος του Αγίου, ως γενική του χρόνου:
(35) τ’ Αγιού-’Θανασ'ιού.
(36) τ’ Αγιού-’Λιά.
2.3. Παρατηρήσεις – Συμπεράσματα επί του Συντακτικού Επιπέδου
1. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι το Ι.Ι. σε επίπεδο συντακτικό εμφανίζει τάση μείωσης της χρήσης της γενικής σε σχέση με την ΝΕ.Κ..
2. Η γενική έχει την τάση να αντικαθίσταται, περισσότερο ή λιγότερο, από εμπρόθετο προσδιορισμό που εκφέρεται σε αιτιατική, καθώς και με αιτιατική πτώση. Στην περίπτωση αυτή οι ισοδύναμες χρήσεις συνυπάρχουν, ενώ λίγες είναι οι περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να αντικατασταθεί (πβλ. την γενική κτητική και μάλιστα εμψύχου, καθώς και την γενική από αντωνυμίες και αριθμητικά που όμως εμφανίζεται ως εγκλιτικός τύπος).
3. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρήσεις της γενικής που απαντούν στην ΝΕ.Κ. έχουν αντικατασταθεί πλήρως στο Ι.Ι. (πβλ. την γενική της ΝΕ.Κ. που εξαρτάται από ρήματα και τρέπεται σε αιτιατική στο Ι.Ι., καθώς και την απόδοση του β΄όρου σύγκρισης αποκλειστικά με εμπρόθετο συμπλήρωμα).
4. Η τάση συρρίκνωσης της γενικής που απαντά στο συντακτικό επίπεδο του Ι.Ι. είναι ακόμα μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψη ότι η πτώση αυτή εμφανίζει σημαντική συρρίκνωση και στο μορφολογικό επίπεδο, με αποτέλεσμα συντακτικές δομές που είδαμε ότι απαντούν στο Ι.Ι. με γενική, να αντικαθίστανται υποχρεωτικά από ισοδύναμες εκφράσεις στις περιπτώσεις ονομάτων τα οποία δεν σχηματίζουν γενική σε μορφολογικό επίπεδο (: (37) έκουψι του τζ’μπί απ’ του κλήμα).
3. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όπως είχε αναφερθεί και στην Εισαγωγή της παρούσας μελέτης η παρουσία της γενικής στην ΝΕ.Κ. σε επίπεδο συντακτικό έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με παλαιότερα και εμφανίζει την τάση περαιτέρω συρρίκνωσης. Εν συνεχεία διαπιστώσαμε ότι η τάση αυτή συρρίκνωσης της γενικής εμφανίζεται και στο Ι.Ι. και μάλιστα σε πολύ σημαντικότερο βαθμό καθώς η παρουσία και η χρήση της είναι πιο περιορισμένη σε σχέση πλέον με την ήδη περιορισμένη παρουσία και χρήση στην ΝΕ.Κ..
Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν για την εξήγηση αυτού του φαινομένου. Φαίνεται πάντως ότι οι κυριότεροι λόγοι που ωθούν τους Ιμβρίους στην μη χρήση της γενικής είναι τόσο ενδο – γλωσσικής (τάση οικονομίας, μη περίπλοκες γλωσσικές δομές) όσο και εξω – γλωσσικής υφής (προφορικός λόγος , απουσία μεγάλης επίδρασης της καθαρεύουσας και μη υψηλό μορφωτικό επίπεδο ).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ
αχλαδιά = άγρια αχλαδιά
διφτέρι = τετράδιο
όρ’θα = κότα
παράς = λεφτά / χρήματα
π’λούδι = κοτοπουλάκι
τζ’μπί = τσαμπί
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
1. Γ Ε Ν Ι Κ Η Τ Α Σ Η
ΔΗΛΩΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ --> ΑΠΟΥΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ
Α.Ε. ΝΕ.Κ. Ι.Ι.
2. Σ Υ Ν Τ Α Κ Τ Ι Κ Ο Ε Π Ι Π Ε Δ Ο
ΔΗΛΩΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ --> ΑΠΟΥΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ
ΚΤΗΤΙΚΗ/ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ/ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ/ΕΠΙΦΩΝΗΜΑΤΑ ΡΗΜΑΤΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Aitchison, J. 1991: Language Change: Progress or Decay?, London: Fontana.
Ανδριώτης, Ν. 1933: «Περί της αρχής των Βορείων γλωσσικών ιδιωμάτων της νέας Ελληνικής», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 10, 340-52.
Ανδριώτης, Ν. 1943-4: «Τα όρια των βορείων, ημιβορείων και νοτίων Ελληνικών ιδιωμάτων της Θράκης», Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 10, 131-85.
Browning, R. 1995: Η Ελληνική Γλώσσα Μεσαιωνική και Νέα, (μτφ. Κονομή Μ.Ν.), Αθήνα: Παπαδήμας.
Chomsky, N. 1965: Aspects of the theory of syntax, Cambridge, Mass.: M.I.T..
Crystal, D. 1998: A Dictionary of Linguistics and Phonetics, London: Blackwell.
Δημητρίου, Σ. 1983: Λεξικό Όρων Γλωσσολογίας, τ. ΙΙΙα-β, Αθήνα (Καστανιώτης).
Jakobson, R. 1971: Selected Writings, the Hague: Mouton.
Θαβώρης, Αντ. 1958/9: «Η προέλευση του άρθρου «i» των βορείων νεοελληνικών ιδιωμάτων», Ελληνικά 16, 189 – 202.
Θεοφανοπούλου – Κοντού, Δ. 1989: Μετασχηματιστική Σύνταξη (Από την θεωρία στην πράξη), Αθήνα: Καρδαμίτσα.
Καβουκόπουλος, Φ. 1990: «Η δυναμική της γενικής στη Νεοελληνική», Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 10, 265-84.
Kazazi, K. 1967: «A case of ambiguity in Modern Greek», Languages and Areas, Chicago, Illinois.
Κλαίρης, Χ. – Μπαμπινιώτης, Γ. 1998: Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή): Το Όνομα της Νέας Ελληνικής, τ. Ι., Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κλαίρης, Χ. – Μπαμπινιώτης, Γ. 1999: Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή): Το Ρήμα της Νέας Ελληνικής, τ. ΙΙ., Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κλαίρης, Χ. – Μπαμπινιώτης, Γ. 2001: Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή): Τα Επιρρηματικά Στοιχεία, τ. ΙΙ.2, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κοντοσόπουλος, Ν.Γ. 2001: Διάλεκτοι και Ιδιώματα της Νέας Ελληνικής, Αθήνα: Γρηγόρης.
Labov, W. 1976: Sociolinguistique, (trad. Kihm A.), Minuit.
Labov, W. 1981: «Building on empirical foundations», Directions in Historical Linguistics, II, Austin, Texas: Univ. of Texas Press.
Mackridge, P. 2000: Η Νεοελληνική Γλώσσα, (μτφ. Πετρόπουλος Κ.Ν.), Αθήνα (Πατάκης).
Martinet, A. 1955: Économie des changements phonétics. Traité de phonologie diachronique, Paris (Francke).
Moυστοξύδης, Α. – Κουτλουμουσιανός, Β. 1845: Υπόμνημα Ιστορικόν περί της Νήσου Ίμβρου, εν Κωνσταντινουπόλει (Κορομηλάς – Πασπάλης).
Μπαμπινιώτης, Γ. 1980: Θεωρητική Γλωσσολογία, Αθήνα.
Παπαγεωργίου, Σ.Ν. 1994: Ίμβρος ( η Ιστορία ενός Ελληνικού Νησιού), Αθήνα (Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων).
Παπαδόπουλος, Α. 1926: Γραμματική των Βορείων Ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής, Αθήνα.
Saussure, F.de. 1978: Cours de Linguistic générale, Paris (Payot).
Σετάτος, Μ. 1983-4: «Παρατηρήσεις στις πτώσεις της Νέας Ελληνικής», Γλωσσολογία 2-3, 69-74.
Tζιτζιλής, Ν. 2000: «Νεοελληνικές Διάλεκτοι και Νεοελληνική Διαλεκτολογία», Η Ελληνική Γλώσσα και οι Διάλεκτοί της, Αθήνα (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας), 15-22.
Tsamadou, I. 1984: Le Genitif en Grec Moderne (Étude de syntaxe et de variation morphosyntaxique), Διδ. Διατρ., Paris 7.
Φάβης, Β. 1951: «Ο δυναμικός τονισμός της Βορείας Ελληνικής και τα αποτελέσματα αυτού», Αθηνά 55, 3-18.
Φόρης, Β. 1956: Το αρσενικό άρθρο στα βόρεια ιδιώματα, Θεσσαλονίκη.
Φραγκουδάκη, Ά. 1993: Γλώσσα και Ιδεολογία, Αθήνα.
Χαραλαμπάκης Χρ. 1972: «Το πρόβλημα της ακριβούς αποδόσεως της προφοράς των ιδιωματικών φθόγγων», Αμάλθεια 3: 27 – 30.
Χατζιδάκις, Γ. 1905-7: Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, τ. 1-2, Αθήνα.
Πηγή: Σύλλογος Ιμβρίων Αθηνών
Ξενοφών Τζαβάρας 2005: "Γλωσσικές τάσεις της γενικής στο συντακτικό επίπεδο του ιμβριακού ιδιώματος", Πρακτικά 2ης Συνάντησης Εργασίας Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, 14-16 Μαρτίου 2003: 126-137.
Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η παρουσίαση της γλωσσικής κατάστασης της γενικής πτώσης στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου και η τάση που υπάρχει για συρρίκνωση και αντικατάσταση αυτής από άλλες ισοδύναμες εκφορές σε ότι αφορά το συντακτικό επίπεδο. Εξετάζουμε τις χρήσεις της γενικής στο Ιμβριακό Ιδίωμα και τις ισοδύναμες δομές που μπορούν να την αντικαθιστούν, καθώς επίσης και τον τρόπο δήλωσης στο ιδίωμα αυτό άλλων χρήσεων της γενικής στην Νεοελληνική Κοινή.
Αυτή η παρουσίαση των τάσεων της γενικής γίνεται σε σχέση με τα μέρη του λόγου από τα οποία αυτή εξαρτάται. Έτσι, εξετάζουμε την γενική που εξαρτάται από ονόματα (πρωτογενή και ρηματικά), επίθετα, ρήματα (με ένα ή δύο αντικείμενα), αντωνυμίες, αριθμητικά, επιφωνήματα καθώς και ορισμένες παγιωποιημένες εκφράσεις της γενικής. Τέλος, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι για αυτήν την συρρίκνωση της γενικής στο Ιμβριακό Ιδίωμα είναι τόσο γλωσσολογικοί όσο και κοινωνικοί, μη γλωσσολογικοί.
SUMMARY
The purpose of this essay is to present the linguistic situation of the genitive case in the linguistic idiom of Imvros and its tension of decrease and replacement from other equivalent structures with regard to the syntactic level. We examine the usages of the genitive case in the imvrian idiom and the equivalent structures that can replace it, as well as the way of statement in this idiom other usages’ of the genitive in the Modern Greek language.
This presentation of tensions of the genitive is made in proportion to the parts of speech on which it is depended. So, we examine the genitive dependent on nouns (primaries and verbals), adjectives, verbs (with one or two objects), pronouns, numbers, adverbs, exclamations and also some idiomatic expressions in genitive. Finally, we claim that the reasons for this decrease of the genitive in imvrian idiom are both linguistics and socials, non – linguistics.
ΣΥΜΒΟΛΑ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΑΣ
Πιο κάτω παραθέτουμε τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται στην παρούσα εργασία για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη απεικόνιση της προφοράς του Ιμβριακού Ιδιώματος. Αυτά, μαζί με παραδείγματα τόσο από την Νεοελληνική Κοινή όσο και από άλλες γλώσσες για την πληρέστερη κατανόησή τους, είναι τα εξής :
ζ': γαλλ. jardin, gymnastique
λ': ελιά, ήλιος
ν': εννιά, νιώθω
σ', ς': γαλλ. ch (acheter) ή γερμ. sch (schon) ή τουρκ. ş
(şapka)
χ': χέρι, χύνω
τσ', τς': τουρκ. çift (τ + σ')
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1.1. Γλωσσική Μεταβολή
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η κατάδειξη των γλωσσικών τάσεων που παρατηρούνται στην γενική πτώση του γλωσσικού ιδιώματος της Ίμβρου σε επίπεδο συντακτικό σε σχέση με την Νεοελληνική Κοινή (στο εξής: ΝΕ.Κ.), η εξέταση δηλ. της γλωσσικής μεταβολής που λαμβάνει χώρα στο Ιμβριακό Ιδίωμα (στο εξής: Ι.Ι.) σε ό,τι αφορά την γενική εν χρήσει.
Περί της δυναμικής έννοιας της γλώσσας και της ενδιάθετης τάσης που έχει για μεταβολή έχουν ειπωθεί πάρα πολλά . Πρώτος, ο θεμελιωτής της Νεότερης Γλωσσολογίας Ferdinand de Saussure αφού χώρισε την γλώσσα σε λόγο και ομιλία , τόνισε τον ετερογενή, αυθόρμητο και προσωπικό χαρακτήρα της δεύτερης , εν συνεχεία ο Chomsky μολονότι κατακρίνει την επιστημονική σπουδή της ομιλίας και μάλιστα της γλωσσικής μεταβολής, αποδέχεται την ύπαρξή της από την στιγμή που κάνει διάκριση μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (linguistic competence) και γλωσσικής πραγμάτωσης (linguistic performance) .
Το ότι η γλώσσα αλλάζει και μάλιστα και σε συγχρονικό επίπεδο θα υποστηρίξει αργότερα ο Jakobson ενώ ο Martinet θα ερμηνεύσει αυτές τις μεταβολές ως οφειλόμενες στην εγγενή προσπάθεια του ομιλητή για επικοινωνία και οικονομία . Τέλος σημαντική ώθηση στην σημασία και την επιστημονική μελέτη της γλωσσικής μεταβολής θα δώσει ο Labov, ο οποίος θα υποστηρίξει την ανάγκη εξέτασης της γλώσσας μέσα στα κοινωνικά συμφραζόμενα και θα αποδείξει την ετερογένεια που υφίσταται σε αυτήν .
1.2. Τάσεις της Γενικής στην ΝΕ.Κ.
Η γλωσσική μεταβολή είναι ένα γενικό φαινόμενο που αφορά όλα τα στοιχεία της γλώσσας και απαντά σε όλα τα επίπεδα αυτής: φωνητικό – φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό. Είναι λοιπόν φυσικό και αναμενόμενο μέσα σε αυτό το πλαίσιο αλλαγής και διαφοροποίησης να μεταβάλλεται και το σύστημα των πτώσεων μιας γλώσσας σε επίπεδο τόσο μορφολογικό (κλιτικό παράδειγμα) όσο και συντακτικό (χρήση – λειτουργία μέσα στον λόγο) και πιο συγκεκριμένα η γενική.
Ειδικότερα, στην ΝΕ.Κ., η γενική εμφανίζει σημαντικές αλλαγές σε σχέση με την Αρχαία Ελληνική (Α.Ε.) και στα δύο επίπεδα, καθώς υπάρχει τάση περιορισμού αυτής και προοδευτικής εξαφάνισης με αντικατάσταση από άλλες δομές (αιτιατική πτώση, εμπρόθετες εκφορές, σύνθετες αποδόσεις, κ.τ.ό) .
Έτσι, στο συντακτικό επίπεδο, παρά τον εμπλουτισμό της γενικής λόγω της χρησιμοποίησής της αντί της παλιάς δοτικής και αφαιρετικής, υπάρχει έντονη η τάση συρρίκνωσης και αντικατάστασής της κυρίως από εμπρόθετους προσδιορισμούς, καθώς μόνον η γενική κτητική δεν μπορεί να αντικατασταθεί . Οι υπόλοιπες χρήσεις της γενικής είτε πλήρως (μετά από προθέσεις) , είτε μερικώς μετά από ονόματα, ρήματα, επίθετα, αντωνυμίες, επιρρήματα, αριθμητικά, επιφωνήματα αντικαθίστανται από ισοδύναμες εκφράσεις .
2. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
2.1. Τάσεις της Γενικής στο Ι.Ι.
Η παρατηρούμενη αυτή τάση μεταβολής και συρρίκνωσης της γενικής στην ΝΕ.Κ. απαντά και μάλιστα σε εντονότερο βαθμό και στο Ι.Ι., όπου οι τόποι εμφάνισης της γενικής τείνουν να περιοριστούν ακόμη περισσότερο. Το ιδίωμα αυτό ανήκει στα νεοελληνικά ιδιώματα και πιο συγκεκριμένα στα βόρεια , βάσει της διαφορετικής εξέλιξης και πορείας των ατόνων φωνηέντων: /e/ (ε, αι), /i/ (ι, η, υ, οι, ει), /ο/ (ο, ω) και /u/ (ου).
Προκειμένου να φανεί ξεκάθαρα αυτή η τάση περιορισμού της γενικής στο συντακτικό επίπεδο του Ι.Ι. και αντικατάστασής της από ισοδύναμες εκφράσεις, θα εξετάσουμε παρακάτω τις περιπτώσεις όπου απαντά η γενική σε αυτό, τις ισοδύναμες εκφορές με τις οποίες μπορεί να αντικαθίσταται, καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο δηλώνονται στο εν λόγω ιδίωμα οι υπόλοιπες χρήσεις της γενικής στην ΝΕ.Κ..
2.2. Χρήσεις της Γενικής στο Ι.Ι.
Οι περιπτώσεις στις οποίες χρησιμοποιείται η γενική στο Ι.Ι. συναντώνται εξολοκλήρου και στην ΝΕ.Κ.. Δεν υπάρχει επομένως εκφορά γενικής του Ι.Ι. που να μην απαντά στην ΝΕ.Κ. Αντιθέτως, όπως θα δούμε, υπάρχουν ορισμένες εκφορές της πτώσης αυτής στην ΝΕ.Κ., οι οποίες είτε δεν απαντούν είτε τείνουν να αντικατασταθούν προοδευτικά στο Ι.Ι., καθώς είναι περιορισμένης χρήσεως.
2.2.1. Η Γενική εξαρτημένη από Ουσιαστικά
Η Tsamadou προτείνει την διάκριση των ουσιαστικών, και ως εκ τούτου και των χρήσεων της γενικής, σε πρωτογενή (primitifs) και μεταρρηματικά (déverbaux) . Ακολουθώντας την ίδια διάκριση και για το Ι.Ι. μπορούμε να διαπιστώσουμε τα εξής είδη γενικής:
2.2.1.1. Η Γενική εξαρτημένη από Ουσιαστικά Πρωτογενή
2.2.1.1.1. Γενική Κτητική
(1) τ’ς' Μαρίγιας του σ'πίτι.
(2) τ’ Γιάν'ν'’ του λιουστάσ'’.
(3) τ’ς' αχλαδιάς του βιλόν'’.
(4) τ’ σ'πιτιού του ντουβάρι.
2.2.1.1.1.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Στις περιπτώσεις της γενικής που αναφέρεται σε κάτι άψυχο (3,4), αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετη έκφραση (: από + αιτιατική) καθώς και – όχι πάντα – από σύνθετη λέξη, ενώ η γενική που αναφέρεται σε κάτι έμψυχο (1,2), δύναται να αντικατασταθεί από δευτερεύουσα πρόταση (: που + έχω):
(1΄) του σ'πίτι απ’ όχ'’ η Μαρίγια.
*(1΄΄) του σ'πίτι απού ντ’ Μαρίγια.
(2΄) του λιουστάσ'’ ’π’ όχ'’ ι Γιάν'ν'’ς.
*(2΄΄) του λιουστάσ'’ απ’ ντου Γιάν'ν'’.
(3΄) του βιλόν'’ απού ντ’ν αχλαδιά.
*(3΄΄) του βιλόν'’ ’π’ όχ'’ ηγ' αχλαδιά.
(3΄΄΄) τ’ αχλαδουβέλουνου.
(4΄) του ντουβάρι απ’ του σ'πίτι.
*(4΄΄) του ντουβάρι απ’ όχ'’ του σ'πίτι.
2.2.1.1.2. Γενική Καταγωγής
(5) τ’ς' Μαργίτσας η θυατέρα.
(6) τ’ς' Ασπρούλας τα π’λούδια.
2.2.1.1.2.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική της καταγωγής μπορεί να αντικατασταθεί μερικές φορές από εμπρόθετη εκφορά (: από + αιτιατική) ή από δευτερεύουσα πρόταση (: που + ρήμα):
*(5΄) η θυατέρα απού ντ’ Μαργίτσα.
(5΄΄) η θυατέρα ’πό ’κανι / ’χ'’ η Μαργίτσα.
(6΄) τα π’λούδια απού ντ’ν Ασπρούλα..
(6΄΄) τα π’λούδια ’πό ’κανι ηγ' Ασπρούλα.
2.2.1.2. Η Γενική εξαρτημένη από Ουσιαστικά Μεταρρηματικά
2.2.1.2.1. Γενική Υποκειμενική
(7) ακούγου του κλάμα τι πιδιού.
(8) ακούγου τα κακαρίσματα τ’ς' όρ’θας.
2.2.1.2.1.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική υποκειμενική μπορεί να αντικατασταθεί από υποτακτική εκφορά, δηλ. από δευτερεύουσα αναφορική πρόταση (: που + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό) ή από παρατακτική, δηλ. από άλλη κύρια (: και + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό):
(7΄) ακούγου του πιδί απ’ κλαίγ'’.
(7΄΄) ακούγου του πιδί κι κλαίγ'’.
(8΄) ακούγου ντ’ν όρ’θα απ’ κακαρίζ'’.
(8΄΄) ακούγου ντ’ν όρ’θα κι κακαρίζ'’.
2.2.1.2.2. Γενική Αντικειμενική
(9) ι Παντιλής αρχίν'’σι του σουβάντ’σμα τ’ σ'πιτιού.
2.2.1.2.2.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική αντικειμενική μπορεί να αντικατασταθεί από υποτακτική (: να + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό) ή από παρατακτική εκφορά, δηλ. από άλλη κύρια πρόταση (: και + ρήμα < μεταρρηματικό ουσιαστικό):
(8΄) ι Παντιλής αρχίν'’σι να σουβαντίζ'’ του σ'πίτι.
(8΄΄) ι Παντιλής αρχίν'’σι κι σουβαντίζ'’ του σ'πίτι.
2.2.1.3. Εμφάνιση Αλλεπάλληλων Γενικών
Στο Ι.Ι., αντίθετα από την ΝΕ.Κ., σπάνια απαντούν δύο ή περισσότερες γενικές συσσωρευμένες και εξαρτημένες η μία από την άλλη, παρά μόνο στην περίπτωση της γενικής κτητικής και της γενικής της καταγωγής.
(10) κύλ'’σι του ντουβάρι τ’ σ'πιτιού τι Ν'’κόλα.
(11) σπάσαν’ τα τζάμια τ’ σ'πιτιού τ’ Μήτρου τ’ς' Κιντιλέρινας.
2.2.1.3.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η πρώτη από τις δύο γενικές κτητικές μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετη εκφορά (: από + Αιτιατική):
(10΄) κύλ'’σι του ντουβάρι απ’ του σ'πίτι τι Ν'’κόλα.
(11΄) σπάσαν τα τζάμια απ’ του σ'πίτι τ’ Μήτρου τ’ς' Κιντιλέρινας.
2.2.2. Η Γενική εξαρτημένη από Επίθετα
Στο Ι.Ι. είναι πολύ σπάνια η χρήση αυτή της γενικής με επίθετα και εμφανίζεται μόνο με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου και με ορισμένα επίθετα:
(12) ι Κουσταντής είνι σ'’νουμήλ'’κου’ τ’ς'.
2.2.2.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Α. Η γενική από επίθετα πορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετο προσδιορισμό (: με + αιτιατική). Η αντικατάσταση αυτή είναι υποχρεωτική εξάλλου, προκειμένου να αντικατασταθεί το εγκλιτικό από το όνομα (ή την αντωνυμία) στο οποίο αναφέρεται:
(12΄) ι Κουσταντής είνι σ'’νουμήλ'’κους μι τι σένα.
(12΄΄) ι Κουσταντής είνι σ'’νουμήλ'’κους μι ντ’ Λέν'’.
Β. Εξάλλου, σε ό,τι αφορά στην απόδοση του β΄όρου σύγκρισης, στο Ι.Ι. δεν γίνεται σε καμία περίπτωση χρήση γενικής, καθώς ο β΄όρος σύγκρισης αποδίδεται με εμπρόθετο προσδιορισμό (: από + αιτιατική):
(13) ι Θάνους είνι πιο μ’κρός απ’ ντου Γκώστα.
*(13΄) ι Θάνους είνι πιο μ’κρός τ’ Κώστα.
2.2.3. Η Γενική εξαρτημένη από Ρήματα
Αναλόγως του αν το ρήμα με το οποίο συντάσσεται η γενική είναι δισθενές (μονόπτωτο) ή τρισθενές (δίπτωτο) διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:
2.2.3.1. Η Γενική εξαρτημένη από Ρήματα Δισθενή
Με την σειρά τους διακρίνονται σε ρήματα που λόγω της σημασίας τους παραδοσιακά συντάσσονταν με δοτική ή αφαιρετική, οι οποίες στην ΝΕ.Κ. αντικαταστάθηκαν από την γενική. Ο Τζάρτζανος ονομάζει αυτού του είδους την γενική ως: γενική – δοτική και γενική – αφαιρετική αντίστοιχα.
2.2.3.1.1. Γενική – Δοτική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – δοτικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – δοτική ή από εμπρόθετη εκφορά (: σε + αιτιατική):
(14) του πιδί μοιάζ'’ ντ’ μάννα τ’.
(14΄) του πιδί μοιάζ'’ ζ’ μάννα τ’.
*(14΄΄) του πιδί μοιάζ'’ τ’ς' μάννας τ’.
2.2.3.1.2. Γενική - Αφαιρετική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – αφαιρετικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – αφαιρετική ή από εμπρόθετη εκφορά (: από + αιτιατική):
(15) μι κρύφ’κι κι δε μπουρώ να του βρω.
(15΄) κρύφ’κι απ’ τι μένα κι δε μπουρώ να του βρω.
*(15΄΄) μ’ κρύφ’κι κι δε μπουρώ να του βρω.
2.2.3.2. Η Γενική εξαρτημένη από Ρήματα Τρισθενή
Κατά τον ίδιο τρόπο και με το ίδιο σκεπτικό διακρίνουμε στην ΝΕ.Κ. την γενική – δοτική, την γενική – αφαιρετική και την καθαρή γενική.
2.2.3.2.1. Γενική - Δοτική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – δοτικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – δοτική ή από εμπρόθετη εκφορά (: σε + αιτιατική):
(16) ’δώκι του διφτέρι ντου Γιάν'ν'’.
(16΄) ’δώκι του διφτέρι ζντου Γιάν'ν'’.
*(16΄΄) ’δώκι του διφτέρι τ’ Γιάν'ν'.
2.2.3.2.1.1. Παρατήρηση – Σημείωση
Με τον τρόπο αυτόν αίρεται η αμφισημία που υπάρχει στην ΝΕ.Κ. με την χρήση γενικής, καθώς δεν γίνεται διάκριση μεταξύ γενικής – δοτικής και γενικής κτητικής. .
2.2.3.2.2. Γενική - Αφαιρετική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής – αφαιρετικής έχει αντικατασταθεί από αιτιατική – αφαιρετική ή από εμπρόθετη εκφορά (: από + αιτιατική):
(17) γέριψι ντου Ν'’κόλα τ’ς' παράδις.
(17΄) γέριψι απ’ ντου Ν'’κόλα τ’ς' παράδις.
*(17΄΄) γέριψι τι Ν'’κόλα τα λιφτά.
2.2.3.2.3. Καθαρή Γενική
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της καθαρής γενικής έχει αντικατασταθεί από καθαρή αιτιατική του εγκλιτικού τύπου της αντωνυμίας:
(18) ντη ντράβηξι τ’ αυτί.
*(18΄) τ’ς' τράβηξι τ’ αυτί.
2.2.4. Η Γενική εξαρτημένη από Αντωνυμίες
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής με αντωνυμίες εμφανίζεται μόνο με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου:
(19) κά’τι κι παίζ'’ μουναχός τ’.
(20) ούλ'’ μας φταίμι για ’κειό απ’ γίν'’κι.
(21) τούτους ι πινουφόρους είνι θ’κός σ’ γή θ’κός τ’;
2.2.5. Η Γενική εξαρτημένη από Αριθμητικά
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής με αριθμητικά εμφανίζεται μόνο με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου:
(22) πάμι στου χουράφ’ οι δυο μας!
2.2.6. Η Γενική εξαρτημένη από Επιρρήματα
Στο Ι.Ι. η χρήση αυτή της γενικής εμφανίζεται μόνο με ορισμένα τοπικά επιρρήματα και με την μορφή εγκλιτικού αντωνυμικού τύπου:
(23) τι ’ν’ ικειό απ’ κρέμιτι απ’ πίσου σ’;
2.2.6.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Η γενική από επιρρήματα μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετο προσδιορισμό (: από + αιτιατική). Η αντικατάσταση αυτή είναι υποχρεωτική εξάλλου, προκειμένου να αντικατασταθεί το εγκλιτικό από το όνομα (ή την αντωνυμία) στο οποίο αναφέρεται:
(23΄) τ’ ’ν’ ικειό απ’ κρέμιτι απ’ πίσου απ’ τι σένα;
(23΄΄) τ’ ’ν’ ικειό απ’ κρέμιτι απ’ πίσου απού ντ’ Γιάννα;
2.2.7. Η Γενική εξαρτημένη από Επιφωνήματα
Στο Ι.Ι. πολύ συχνή είναι η χρήση αυτή της γενικής με επιφωνήματα καθώς και εκφράσεις χαιρετισμού, ευχής, κ.τ.ό.:
(24) μπράβου τ’ς'!
(25) πιραστικά σ’!
(26) ντρουπή τ’!
2.2.7.1. Παρατηρήσεις – Αντικαταστάσεις
Α. Η γενική από επιφωνήματα μπορεί να αντικατασταθεί από αιτιατική ή από εμπρόθετο προσδιορισμό (: σε + αιτιατική). Η αντικατάσταση αυτή είναι υποχρεωτική εξάλλου, προκειμένου να αντικατασταθεί το εγκλιτικό από το όνομα (ή την αντωνυμία) στο οποίο αναφέρεται:
(24΄) μπράβου ντ’ Λέν'’!
(24΄΄) μπράβου ζ’ Λέν'’!
*(24΄΄΄) μπράβου τ’ς' Λέν'’ς!
Β. Τέλος, στο Ι.Ι. υπάρχουν ορισμένα επιφωνήματα που δεν δέχονται δίπλα τους γενική, αλλά συντάσσονται με εμπρόθετο προσδιορισμό:
(27) αλί σι μένα!
*(27΄) αλί μ’!
2.2.8. Η Γενική σε παγιωποιημένες εκφράσεις
Α. Στο Ι.Ι. εξάλλου, απαντά και ένας σημαντικός αριθμός γενικών σε παγιωποιημένες εκφράσεις σε θέση κατηγορουμένου ή επιρρηματικού προσδιορισμού:
(28) δε γκάν'’ τίπουτα τ’ς' προυκουπής!
(29) θα γίν'’ τσ'ι τριλής!
(30) έχ'’ πέσ'’ τ’ θανατά!
(31) τούτου απ’ φουρείς δεν είνι τ’ς' μόδας!
(32) έφαγι τ’ σκασμού!
(33) ούλου τ’ κιφαλιού τ’ κάν'’!
(34) θα ξανάρτου τι χρόν’!
Β. Τέλος, για δήλωση ημερών γιορτής Αγίων χρησιμοποιείται η γενική του ονόματος του Αγίου, ως γενική του χρόνου:
(35) τ’ Αγιού-’Θανασ'ιού.
(36) τ’ Αγιού-’Λιά.
2.3. Παρατηρήσεις – Συμπεράσματα επί του Συντακτικού Επιπέδου
1. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι το Ι.Ι. σε επίπεδο συντακτικό εμφανίζει τάση μείωσης της χρήσης της γενικής σε σχέση με την ΝΕ.Κ..
2. Η γενική έχει την τάση να αντικαθίσταται, περισσότερο ή λιγότερο, από εμπρόθετο προσδιορισμό που εκφέρεται σε αιτιατική, καθώς και με αιτιατική πτώση. Στην περίπτωση αυτή οι ισοδύναμες χρήσεις συνυπάρχουν, ενώ λίγες είναι οι περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να αντικατασταθεί (πβλ. την γενική κτητική και μάλιστα εμψύχου, καθώς και την γενική από αντωνυμίες και αριθμητικά που όμως εμφανίζεται ως εγκλιτικός τύπος).
3. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρήσεις της γενικής που απαντούν στην ΝΕ.Κ. έχουν αντικατασταθεί πλήρως στο Ι.Ι. (πβλ. την γενική της ΝΕ.Κ. που εξαρτάται από ρήματα και τρέπεται σε αιτιατική στο Ι.Ι., καθώς και την απόδοση του β΄όρου σύγκρισης αποκλειστικά με εμπρόθετο συμπλήρωμα).
4. Η τάση συρρίκνωσης της γενικής που απαντά στο συντακτικό επίπεδο του Ι.Ι. είναι ακόμα μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψη ότι η πτώση αυτή εμφανίζει σημαντική συρρίκνωση και στο μορφολογικό επίπεδο, με αποτέλεσμα συντακτικές δομές που είδαμε ότι απαντούν στο Ι.Ι. με γενική, να αντικαθίστανται υποχρεωτικά από ισοδύναμες εκφράσεις στις περιπτώσεις ονομάτων τα οποία δεν σχηματίζουν γενική σε μορφολογικό επίπεδο (: (37) έκουψι του τζ’μπί απ’ του κλήμα).
3. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όπως είχε αναφερθεί και στην Εισαγωγή της παρούσας μελέτης η παρουσία της γενικής στην ΝΕ.Κ. σε επίπεδο συντακτικό έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με παλαιότερα και εμφανίζει την τάση περαιτέρω συρρίκνωσης. Εν συνεχεία διαπιστώσαμε ότι η τάση αυτή συρρίκνωσης της γενικής εμφανίζεται και στο Ι.Ι. και μάλιστα σε πολύ σημαντικότερο βαθμό καθώς η παρουσία και η χρήση της είναι πιο περιορισμένη σε σχέση πλέον με την ήδη περιορισμένη παρουσία και χρήση στην ΝΕ.Κ..
Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν για την εξήγηση αυτού του φαινομένου. Φαίνεται πάντως ότι οι κυριότεροι λόγοι που ωθούν τους Ιμβρίους στην μη χρήση της γενικής είναι τόσο ενδο – γλωσσικής (τάση οικονομίας, μη περίπλοκες γλωσσικές δομές) όσο και εξω – γλωσσικής υφής (προφορικός λόγος , απουσία μεγάλης επίδρασης της καθαρεύουσας και μη υψηλό μορφωτικό επίπεδο ).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΙΜΒΡΙΑΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ
αχλαδιά = άγρια αχλαδιά
διφτέρι = τετράδιο
όρ’θα = κότα
παράς = λεφτά / χρήματα
π’λούδι = κοτοπουλάκι
τζ’μπί = τσαμπί
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
1. Γ Ε Ν Ι Κ Η Τ Α Σ Η
ΔΗΛΩΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ --> ΑΠΟΥΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ
Α.Ε. ΝΕ.Κ. Ι.Ι.
2. Σ Υ Ν Τ Α Κ Τ Ι Κ Ο Ε Π Ι Π Ε Δ Ο
ΔΗΛΩΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ --> ΑΠΟΥΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ
ΚΤΗΤΙΚΗ/ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ/ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ/ΕΠΙΦΩΝΗΜΑΤΑ ΡΗΜΑΤΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Aitchison, J. 1991: Language Change: Progress or Decay?, London: Fontana.
Ανδριώτης, Ν. 1933: «Περί της αρχής των Βορείων γλωσσικών ιδιωμάτων της νέας Ελληνικής», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 10, 340-52.
Ανδριώτης, Ν. 1943-4: «Τα όρια των βορείων, ημιβορείων και νοτίων Ελληνικών ιδιωμάτων της Θράκης», Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 10, 131-85.
Browning, R. 1995: Η Ελληνική Γλώσσα Μεσαιωνική και Νέα, (μτφ. Κονομή Μ.Ν.), Αθήνα: Παπαδήμας.
Chomsky, N. 1965: Aspects of the theory of syntax, Cambridge, Mass.: M.I.T..
Crystal, D. 1998: A Dictionary of Linguistics and Phonetics, London: Blackwell.
Δημητρίου, Σ. 1983: Λεξικό Όρων Γλωσσολογίας, τ. ΙΙΙα-β, Αθήνα (Καστανιώτης).
Jakobson, R. 1971: Selected Writings, the Hague: Mouton.
Θαβώρης, Αντ. 1958/9: «Η προέλευση του άρθρου «i» των βορείων νεοελληνικών ιδιωμάτων», Ελληνικά 16, 189 – 202.
Θεοφανοπούλου – Κοντού, Δ. 1989: Μετασχηματιστική Σύνταξη (Από την θεωρία στην πράξη), Αθήνα: Καρδαμίτσα.
Καβουκόπουλος, Φ. 1990: «Η δυναμική της γενικής στη Νεοελληνική», Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 10, 265-84.
Kazazi, K. 1967: «A case of ambiguity in Modern Greek», Languages and Areas, Chicago, Illinois.
Κλαίρης, Χ. – Μπαμπινιώτης, Γ. 1998: Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή): Το Όνομα της Νέας Ελληνικής, τ. Ι., Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κλαίρης, Χ. – Μπαμπινιώτης, Γ. 1999: Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή): Το Ρήμα της Νέας Ελληνικής, τ. ΙΙ., Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κλαίρης, Χ. – Μπαμπινιώτης, Γ. 2001: Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή): Τα Επιρρηματικά Στοιχεία, τ. ΙΙ.2, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κοντοσόπουλος, Ν.Γ. 2001: Διάλεκτοι και Ιδιώματα της Νέας Ελληνικής, Αθήνα: Γρηγόρης.
Labov, W. 1976: Sociolinguistique, (trad. Kihm A.), Minuit.
Labov, W. 1981: «Building on empirical foundations», Directions in Historical Linguistics, II, Austin, Texas: Univ. of Texas Press.
Mackridge, P. 2000: Η Νεοελληνική Γλώσσα, (μτφ. Πετρόπουλος Κ.Ν.), Αθήνα (Πατάκης).
Martinet, A. 1955: Économie des changements phonétics. Traité de phonologie diachronique, Paris (Francke).
Moυστοξύδης, Α. – Κουτλουμουσιανός, Β. 1845: Υπόμνημα Ιστορικόν περί της Νήσου Ίμβρου, εν Κωνσταντινουπόλει (Κορομηλάς – Πασπάλης).
Μπαμπινιώτης, Γ. 1980: Θεωρητική Γλωσσολογία, Αθήνα.
Παπαγεωργίου, Σ.Ν. 1994: Ίμβρος ( η Ιστορία ενός Ελληνικού Νησιού), Αθήνα (Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων).
Παπαδόπουλος, Α. 1926: Γραμματική των Βορείων Ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής, Αθήνα.
Saussure, F.de. 1978: Cours de Linguistic générale, Paris (Payot).
Σετάτος, Μ. 1983-4: «Παρατηρήσεις στις πτώσεις της Νέας Ελληνικής», Γλωσσολογία 2-3, 69-74.
Tζιτζιλής, Ν. 2000: «Νεοελληνικές Διάλεκτοι και Νεοελληνική Διαλεκτολογία», Η Ελληνική Γλώσσα και οι Διάλεκτοί της, Αθήνα (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας), 15-22.
Tsamadou, I. 1984: Le Genitif en Grec Moderne (Étude de syntaxe et de variation morphosyntaxique), Διδ. Διατρ., Paris 7.
Φάβης, Β. 1951: «Ο δυναμικός τονισμός της Βορείας Ελληνικής και τα αποτελέσματα αυτού», Αθηνά 55, 3-18.
Φόρης, Β. 1956: Το αρσενικό άρθρο στα βόρεια ιδιώματα, Θεσσαλονίκη.
Φραγκουδάκη, Ά. 1993: Γλώσσα και Ιδεολογία, Αθήνα.
Χαραλαμπάκης Χρ. 1972: «Το πρόβλημα της ακριβούς αποδόσεως της προφοράς των ιδιωματικών φθόγγων», Αμάλθεια 3: 27 – 30.
Χατζιδάκις, Γ. 1905-7: Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, τ. 1-2, Αθήνα.
Πηγή: Σύλλογος Ιμβρίων Αθηνών
Ξενοφών Τζαβάρας 2005: "Γλωσσικές τάσεις της γενικής στο συντακτικό επίπεδο του ιμβριακού ιδιώματος", Πρακτικά 2ης Συνάντησης Εργασίας Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, 14-16 Μαρτίου 2003: 126-137.
Ετικέτες
γενική,
γλωσσικό ιδίωμα,
γλωσσολογία,
διαλεκτολογία,
Ίμβρος,
Μικρά Ασία,
συνέδριο,
σύνταξη
23/2/10
ΑΡΧΑΪΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (SYMMARY)
ARCHAIC ELEMENTS IN THE LINGUAL IDIOM OF IMVROS
The purpose of this essay is to present the more important archaic elements that exist in the lingual idiom of Imvros. This idiom, which is count among the ‘north idioms’ of Greek Language, is composed of common and also idiomatic elements. The firsts offer the similarities that exist between this idiom and the Greek Language and the seconds discern it from all other idioms and dialects. These idiomatic elements come from latin, medieval, turkish, e.t.c. but they mainly originate from Ancient Greek.
We severed the essay in two (2) parts: the Morpho – Phonological and the Semantic (Vocabulary) part. In the first category there are elements which are maintained unchangeable and others which are changed from Ancient Greek to Imvrian Idiom. In the second category the words can also be distinguished in directs and indirects in proportion with the manner of their origin. Finally, the indirects can be discerned in total and partial words.
The conclusions and the results which follow this kind of essay are, we think, very useful and important: it (this essay) proves the language competence and creativity of Imvrians and all people generally, it presents clearly the language continuity between the Imvrian Idiom and the Ancient Greek and it conduces to the study of Greek Language history.
Πηγή: Ξενοφών Τζαβάρας 2003: "Αρχαϊκά στοιχεία στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου", Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικής Διαλεκτολογίας, 6-8 Δεκεμβρίου 2001, Αθήνα: 493-512 (αναδημοσίευση: abnet: ο κόμβος της ελληνικής γλώσσας
The purpose of this essay is to present the more important archaic elements that exist in the lingual idiom of Imvros. This idiom, which is count among the ‘north idioms’ of Greek Language, is composed of common and also idiomatic elements. The firsts offer the similarities that exist between this idiom and the Greek Language and the seconds discern it from all other idioms and dialects. These idiomatic elements come from latin, medieval, turkish, e.t.c. but they mainly originate from Ancient Greek.
We severed the essay in two (2) parts: the Morpho – Phonological and the Semantic (Vocabulary) part. In the first category there are elements which are maintained unchangeable and others which are changed from Ancient Greek to Imvrian Idiom. In the second category the words can also be distinguished in directs and indirects in proportion with the manner of their origin. Finally, the indirects can be discerned in total and partial words.
The conclusions and the results which follow this kind of essay are, we think, very useful and important: it (this essay) proves the language competence and creativity of Imvrians and all people generally, it presents clearly the language continuity between the Imvrian Idiom and the Ancient Greek and it conduces to the study of Greek Language history.
Πηγή: Ξενοφών Τζαβάρας 2003: "Αρχαϊκά στοιχεία στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου", Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικής Διαλεκτολογίας, 6-8 Δεκεμβρίου 2001, Αθήνα: 493-512 (αναδημοσίευση: abnet: ο κόμβος της ελληνικής γλώσσας
Ετικέτες
γλωσσικό ιδίωμα,
γλωσσολογία,
διαλεκτολογία,
διάλεκτος,
Ίμβρος,
Μικρά Ασία,
μορφολογία,
φωνολογία
19/2/10
ΣΤΟΧΟΙ - ΜΕΣΑ
Καλώς ήρθατε στο ιστολόγιο για τον λαϊκό πολιτισμό της Ίμβρου.
Εδώ θα βρίσκετε θέματα που σχετίζονται αποκλειστικά με το ιμβριακό γλωσσικό ιδίωμα καθώς και τα ιμβριακά ήθη-έθιμα.
Στόχος μας είναι η προβολή και κατά το δυνατό διατήρηση - έστω και στην μνήμη - της πλούσιας ιμβριακής λαϊκής παράδοσης καθώς και η διευκόλυνση οποιουδήπτε ασχολείται τόσο σε ερευνητικό-επιστημονικό όσο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο με θέματα γλωσσολογικά και λαογραφικά που άπτονται άμεσα ή έμμεσα της Ίμβρου
Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω στόχου θα προβάλλεται από το ιστολόγιο κάθε είδος βιβλιογραφικού δεδομένου καθώς και κειμένων (πρωτότυπων ή/και δημοσιευμένων), εκδηλώσεων, εκδόσεων, δραστηριοτήτων και φυσικά σχολίων που σχετίζονται με τον λαϊκό πολιτισμό της Ίμβρου.
Στην προσπάθειά μας αυτή, η συμβολή όλων είναι ευπρόσδεκτη και αναγκαία. Και μπορεί ασφαλώς να εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως:
α) Με την τροφοδότηση του ιστολογίου με σχετικά (γλωσσολογικά-λαογραφικά) θέματα της Ίμβρου ώστε να προβληθούν κι αυτά με την σειρά τους (με δήλωση ασφαλώς της πηγής τους).
β) Με την διατύπωση σχολίων, προτάσεων, απόψεων, κ.λπ.
γ) Με την προβολή και διάδοση του ιστολογίου.
δ) Με την απλή επίσκεψη και ανάγνωση των κειμένων του ιστολογίου.
Εύχομαι το νέο αυτό ιστολόγιο να προσθέσει έστω ένα μικρό λιθαράκι στην διατήρηση, προβολή και μελέτη του ιμβριακού λαϊκού πολιτισμού.
Εδώ θα βρίσκετε θέματα που σχετίζονται αποκλειστικά με το ιμβριακό γλωσσικό ιδίωμα καθώς και τα ιμβριακά ήθη-έθιμα.
Στόχος μας είναι η προβολή και κατά το δυνατό διατήρηση - έστω και στην μνήμη - της πλούσιας ιμβριακής λαϊκής παράδοσης καθώς και η διευκόλυνση οποιουδήπτε ασχολείται τόσο σε ερευνητικό-επιστημονικό όσο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο με θέματα γλωσσολογικά και λαογραφικά που άπτονται άμεσα ή έμμεσα της Ίμβρου
Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω στόχου θα προβάλλεται από το ιστολόγιο κάθε είδος βιβλιογραφικού δεδομένου καθώς και κειμένων (πρωτότυπων ή/και δημοσιευμένων), εκδηλώσεων, εκδόσεων, δραστηριοτήτων και φυσικά σχολίων που σχετίζονται με τον λαϊκό πολιτισμό της Ίμβρου.
Στην προσπάθειά μας αυτή, η συμβολή όλων είναι ευπρόσδεκτη και αναγκαία. Και μπορεί ασφαλώς να εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως:
α) Με την τροφοδότηση του ιστολογίου με σχετικά (γλωσσολογικά-λαογραφικά) θέματα της Ίμβρου ώστε να προβληθούν κι αυτά με την σειρά τους (με δήλωση ασφαλώς της πηγής τους).
β) Με την διατύπωση σχολίων, προτάσεων, απόψεων, κ.λπ.
γ) Με την προβολή και διάδοση του ιστολογίου.
δ) Με την απλή επίσκεψη και ανάγνωση των κειμένων του ιστολογίου.
Εύχομαι το νέο αυτό ιστολόγιο να προσθέσει έστω ένα μικρό λιθαράκι στην διατήρηση, προβολή και μελέτη του ιμβριακού λαϊκού πολιτισμού.
Ετικέτες
γλωσσολογία,
διαλεκτολογία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
μέσα,
Μικρά Ασία,
στοχοθεσία,
στόχοι,
τρόπος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









