Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθη και έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθη και έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/11/10

ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΠΑΛΩΜΕΝΗ (ΛΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

Στα βυζαντινά χρόνια ήταν ένας βασιλιάς ο οποίος είχε έναν και μοναδικό γιο.

Κάποια μέρα το βασιλόπουλο ξέφυγε από την προσοχή της παραμάνας του, βρήκε ένα μαχαίρι και παίζοντας μαζί του μαχαιρώθηκε στην κοιλιά του. Η παραμάνα το βρήκε μέσα στα άιματα, του έδεσε την πληγή με επιδέσμους και προσευχήθηκε κλαίγοντας στην Παναγία να σώσει το παιδί. Έτσι την βρήκαν ο βασιλιάς κι η βασίλισσα όταν γύρισαν. Να προσεύχεται κλαίγοντας. Έντρομη η βασίλισα έτρεξε κι άρχισε να λύνει τους επιδέσμους. Στο τελευταίο κομάτι του επιδέσμου, στο κομάτι που ακουμπούσε την πληγή βρισκόταν αποτυπωμένη η εικόνα της Παναγίας και στην κοιλιά του παιδιού υπήρχε ένα μπάλωμα που ούτε ο καλύτερος χειρούργος θα μπορούσε να το κάνει.

Ο βασιλιάς θέλωντας να ευχαριστήσει την Παναγία που έσωσε το μοναχοπαίδι του, της έταξε ότι θα χτίσει ναό στ'όνομα Της, αλλά δεν ήξερε που να τον χτίσει. Το βράδυ στον ύπνο του είδε ότι ένα ακυβέρνητο καράβι θα του έδειχνε ακριβώς τον τόπο. Έτσι το πρωί πήρε την συνοδεία του, μπήκε στο βασιλικό του πλοίο και το άφησε χωρίς τιμονιέρη να πλέει. Το πλοίο περνώντας τον Ελλήσποντο έφτασε παραμονή του Δεκαπενταύγουστου στην Ίμβρο και σταμάτησε. Είχε βραδυάσει κί όλοι έπεσαν για ύπνο εκτός του βασιλιά που δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Είδε λοιπόν μέσα στο σκοτάδι ένα αμυδρό φως σαν από καντήλι σε μια βουνοπλαγιά. Αμέσως ξύπνησε τους άντρες του και ξεκίνησαν ν'ανεβαίνουν την πλαγιά ακολουθώντας το φως.

Όταν έφτασαν στο σημείο που έβλεπαν το φως, το φως χάθηκε. Ο βασιλιάς έμπηξε το σπαθί του στη γη για σημάδι και γύρισαν όλοι στο καράβι περιμένοντας να ξημερώσει. όταν ξημέρωσε επέστρεψαν κι άρχισαν να σκάβουν. Μετά από λίγο βρήκαν μία φυσική στοά μέσα στην οποία βρήκαν το εικόνισμα της Παναγίας, ένα καντήλι αναμμένο και δίπλα μία πηγή που ανάβλυζε νερό, το οποίο μετά από λίγα μέτρα χανόταν κι επέστρφε στη γη. Εκεί έχτισε εκκλησία και την όνόμασε Παναγιά η Μπαλωμένη.

Μέχρι σήμερα η εικόνα της Παναγίας βρίσκεται στο ίδιο σημείο και η πηγή εξακολουθεί να βγάζει κρυστάλλινο νερό το οποίο δεν σώνεται όσο κι αν πίνουν και παίρνουν μαζί τους οι πιστοί.


Πηγή: Κοκκινάκης Service

15/6/10

Ο ΨΥΧΟΡΡΑΓΩΝ ΝΑΥΤΙΚΟΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)

Αλλοί ’στο νιο π’ αρρώστησε στου καραβιού την πλώρη.
Μάννα δεν έχει να τον κλαίη, κόρη να τον λυπάται,
μήδ’ αδερφή, μήδ’ αδερφό, για να τον λεημονάται.
Τον κλαίει η νύχτα κ’ η αυγή, τ’ άστρο και το φεγγάρι
κ’ οι ναύτες τον φωνάζουνε – Σήκου να κομμαντάρης.
- Εγώ σας λέγω δεν μπορώ, και σείς μου λέτε σήκου.
Σηκώτε με να σηκωθώ, και βάλτε με να κάτσω
και δώστε με τη χάρτα μου για να την εδιαβάσω.
Γλέπετε τούτο το νησί το δώθε τ’ αποκείθε;
Εκεί θα πά’ να αράξωμε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
Πήγανε και αράξανε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
- Άντιστε γέροι, για νερό και σείς παιδιά για ξύλα
και σείς μικρά μουτσόπουλα ανοίξετε το μνήμα.
Παρακαλώ αδέρφια μου και προσκυνώ σας κιόλα
μήδε μακρύ, μήδε φαρδύ, μηδέ πολλά μεγάλο,
κ’ απ’ την δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παναθύρι,
νά ρχωνται τ’ άγρια πουλιά, να λιανοχωρατεύω.
Πουλί μ’ αν πας στον τόπο μου, κ’ αν βρης και τους δικούς μου,
μην πης τους πως απόθανα κ’ ανάψουν τα κεριά μου,
μόν πες τους πως πανδρεύθηκα ’στα μακρυά στα ξένα,
πήρα την πλάκα πεθερά, την μαύρη γη γυναίκα.

Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 102-103.

1/6/10

ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)

Το πρωί της Πέμπτης, τρεις δηλαδή μέρες πριν από την Κυριακή του γάμου, στο σπίτι του γαμπρού και τής νύφης συγκεντρώνονται γυναίκες από το συγγενικό τους περιβάλλον και «κουσκ’νίζ’ τ’ αλεύρια», ετοιμάζουν δηλαδή το αλεύρι για τα ψωμιά του γάμου.
Την άλλη μέρα τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και τής νύφης συγκεντρώνονται κορίτσια αμφιθαλή και ετοιμάζουν τα απαραίτητα για το γάμο ψωμιά και γλυκά. Άλλα ετοιμάζουν τα «‘μυγδαλουτά», άλλα τα «παντεσπάνια» και άλλα «ζ’μών’ τα ψουμιά».
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, ότι μαζί με τα άλλα ψωμιά ζυμώνουν και ένα ειδικό γλυκό ψωμί, πού, όπως θα δούμε πιο κάτω, το λένε «κλιφτουψώμ’». Παρασκευάζεται από αλεύρι, ζάχαρη, βούτυρο, αυγά και σόδα.
Όταν ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα ψωμιά και γλυκά, ανάβουν το φούρνο για να τα ψήσουν. Πρώτα πρώτα ψήνουν τις «φουρνόπ’τις». Οι «φουρνόπ’τις» παρασκευάζονται από το ίδιο ζυμάρι πού παρασκευάζονται και τα άλλα ψωμιά του γάμου. Είναι όμως πολύ λεπτές και γι’ αυτό ψήνονται πολύ γρήγορα, σε 2-3 λεπτά τής ώρας. Αυτός ακριβώς είναι ό λόγος πού στο χωριό Σχοινούδι τις λένε «γουργόπ’τις», επειδή δηλαδή ψήνονται γοργά, πάρα πολύ γρήγορα. Στο χωριό Άγιοι Θεόδωροι, ιδιαίτερη πατρίδα του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής κ.κ. Ιακώβου, τις λένε «ζιστουψώμ’», επειδή τις τρώνε πολύ ζεστές, μόλις τις βγάλουν από το φούρνο.
Αφού βγάλουν τις «φουρνόπ’τις» από το φούρνο, κόβουν την κάθε μια σταυρωτά σε τέσσερα κομμάτια, τα αλείφουν από πάνω με μέλι και μετά στέλνουν ένα κομμάτι σε κάθε οικογένεια πού θέλουν να καλέσουν στο γάμο.
Αποτελεί δηλαδή το μοίρασμα των κομματιών από τις «φουρνόπ’τις» ένα είδος γενικού καλέσματος στο γάμο. Γιατί τούς πολύ στενούς συγγενείς (αδέρφια, κουμπάρο κτλ.) τούς προσκαλούν και με φουρνόπ’τα και με «κλίκ’» (πρβλ. «Σι καλέσαν ζντού γάμου; — Μι καλέσαν κι μι φέραν κι κλίκ’»). Γι’ αυτό για κείνους πού παίρνουν μέρος στο γάμο (φαγητό, γλέντι) χωρίς να τούς έχουν καλέσει ούτε και με «φουρνόπ’τα», συνηθίζουν να λένε τη γνωστή κι’ από άλλες περιοχές παροιμιώδη φράση: «ακάλιστους γάδαρους ζντού γάμου τι γυρεύ’;»

Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 515-516.

23/5/10

ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΧΡΟΝΟΣ - ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)

ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ο γάμος στην Ίμβρο κανονικά γίνεται μέσα σ’ ένα χρόνο από τον αρραβώνα. Συνηθίζουν μάλιστα να κάνουν τούς γάμους κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι ατέλειωτες γεωργοκτηνοτροφικές δουλειές του καλοκαιριού δεν επιτρέπουν στους Ιμβρίους να... ασχολούνται την περίοδο αυτή με γάμους και διασκεδάσεις. Μετά το δεκαπενταύγουστο όμως, πού αρχίζουν να περιορίζονται κάπως οι δουλειές, αρχίζουν και οι γάμοι.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο συνήθως παντρεύονται όσοι βιάζονται να στεφανωθούν από πρόωρη εγκυμοσύνη τής νύφης. Τα παιδιά πού γεννιούνται από τέτοιους γάμους, δηλαδή προτού να συμπληρωθούν εννιά μήνες από τη μέρα του γάμου, τα λένε «κατσιάϊκα» (Τουρκ. kagak σημαίνει δραπέτης, λαθραίος) (πρβλ. «ντού Θιρ’νό κι ντουν Αλουντί μόν’ κάνα κατσιάϊκου γάμου κάν’»).
Ακόμη, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν γάμους το Μάιο. Υπάρχει πρόληψη, ότι ό γάμος πού γίνεται Μάιο μήνα είναι αποτυχημένος. Πιστεύουν ότι από τέτοιους γάμους γεννιούνται παιδιά μαγεμένα και ότι το αντρόγυνο μαλώνει σ’ όλη του τη ζωή. (Πρβλ. «ντού Μα’ δε γκάνουμ’ γάμ’, γιατί γίν’ντιν μαγιμένα τα πιδγιά κι μαλών’ τα αντρόγυνα»).
Αποφεύγουν επίσης να κάνουν γάμους το Φεβρουάριο, γιατί είναι «κ’τσουφλέβαρους» (πρβλ. «ντού κ’τσουφλέβαρου δε γκάνουμ’ γάμ’. Η μήνας δεν είνι καλός, είνι κ’τσός»).

ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ύστερα από τις «γιαρ’βώνις», τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και της νύφης επισπεύδονται, όπως είναι φυσικό, οι διάφορες εργασίες, αφού την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα πρέπει όλα να είναι έτοιμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τις τελευταίες αυτές πριν από το γάμο μέρες βοηθούν τις δυό οικογένειες πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Περισσότερο δε βοηθούν την οικογένεια τής νύφης πού έχει τις πιο πολλές δουλειές και φροντίδες. (Ετοιμάζουν τα αμύγδαλα τα αμυγδαλωτά, στρώνουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν, ψήνουν τα ψωμιά κτλ.).
Η νύφη συνήθως δε δουλεύει, αλλά παρακολουθεί και δίνει οδηγίες στις άλλες γυναίκες. Οι πολύ δουλευτάρες όμως όχι μόνο αποφεύγουν να δίνουν οδηγίες και εντολές, αλλά δουλεύουν και μάλιστα εντατικά για να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα οι δουλειές.
Όλες αυτές οι δουλειές (στρωσίματα, σιδερώματα κτλ.) γίνονται την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα και κυρίως τις τρεις πρώτες μέρες (Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη), γιατί από την Πέμπτη κι’ ύστερα αρχίζουν άλλες πιο βαριές δουλειές (το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών, η ετοιμασία και το ψήσιμο των γλυκών κτλ.).

Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 514-515.

28/4/10

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικροπανδρεμμένος
το Μάη αμπέλι φύτευε, το Μάη γυναίκα πήρε,
το Μάη τον ήρθε μήνυμα, να πάγη στο σεφέρι.
- Μάννα μου, την καλούδα μου καλά να την φυλάγης.
Μήλο να τρώγη το πωρνό, ρόδι το μεσημέρι
Στου ήλιου το βασίλεμα να τρώγη περιστέρι.
Ακόμη δεν εξήβγηκε κάνεν δυο μίλλια αλάργα
κ’ εις τη σκαρή την έβαλε, κι’ ανδρίκια την ξουρίζη.
Τη δίνει πέντε πρόβατα και δέκα πέντε γίδια,
τη δίνει και μισό ψωμί, και δεκοχτώ κρομμύδια
τρίγια σκυλιά λαγωνικά κι’ αργυρομανικάτα.
- Αν δεν τα πας στα εκατό, και αν δε τα πας στα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά να πας στα εβδομήντα,
στον κάμπο να μη κατηβής νερό και τα ποτίσης.
Αν ήθελεν η μοίρα της και η καλή της τύχη,
τα πήγε κ’ εις τα εκατό, τα πήγε κ’ εις τα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά τα πήγε στα βδομήντα.
Στον κάμπο τα κατέβασε νερό να τα ποτίση.
Κι’ ο Κωσταντίνος έρχεται από βαρύ ταξείδι.
- Φύλακ’, ανάουρε νερό να πιουν τα διψασμένα,
να πιω κ’ εγώ κι’ ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα στάμνες έσυρε και δεν αναντρανίζει,,
τα δάκρυα την παίρνουνε και στειρεμμό δεν έχουν.
- Φύλακα, το σταμνί είν’ βαρύ, γιά το νερό λυπάσια;
Και κείνη αποκρίθηκε με το καϋμέν’ αχείλι.
- Μήτε η στάμνα μου βαρειά, μήδε νερό λυπούμαι,
μόν’ άνδρα έχω σεφερλή, λείπει δώδεκα χρόνια.
- Ποιανού ένι τα πρόβατα, ποιανού ένι τα γίδια,
ποιανού ένι κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει;
- Του Κωσταντή ’ν’ τα πρόβατα, του Κωσταντή ’ν’ τα γίδια,
του Κωσταντή και τα σκυλιά τ’ αργυρομανικάτα,
του Κωσταντή κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει.
Και τότε την εγνώρισε πως ένι η καλή του.
Στον μαύρο την ανέβασε, στο σπίτι την εκρύβγει.
Την μάννα του ερώτησε – Μάννα πού ’ν’ η καλή μου;
- Στην γειτονιά εδιάβηκε, τώρα θέλει να έρτη.
- Μάννα πού ’ν’ η καλούδα μου, πού ’νε οι οφθαλμοί μου;
- Κείνη γυιέ μου απόθανε. – Δείξε μου το μνημόρι.
- Κείνο γυιέ μου χορτάριασε και πλειο δεν φανερώνει.


Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 101-102.

17/4/10

ΤΟ ΦΡΑΓΚΟΠΗΔΗΜΑ (Λαϊκή Ιστορία της Ίμβρου)

Τον Μεσαίωνα, η Ίμβρος τράβηξε πολλά από τις επιδρομές των πειρατών.

Μια μέρα πειρατικά καράβια πλησίαζαν το λιμάνι του Κάστρου. Οι κάτοικοι πήραν όσα υπάρχοντα μπορούσαν μαζί τους και κρύφτηκαν στα βουνά. Οι πειρατές (Φράγκοι) έκλεψαν και έσπασαν τα πάντα. Ούτε τα ζώα δεν γλύτωσαν. Τ έσφαξαν και τα έτρωγαν για τρες ημέρες. Οι Ίμβριοι έβλεπαν το πλιάτσικο και παρακαλούσαν τον Θεό να τους βοηθήσει. Μετά τις τρεις ημέρες τα περισσότερα καράβια έφυγαν, αλλά ένα έμεινε στο λιμάνι. Ένας ξένος φιλάργυρος, πήγε στον καπετάνιο και του είπε, ότι ξέρει που έκρυψαν τους θυσαυρούς τους οι Ίμβριοι κι ότι αν του έβγαζαν μερίδιο θα τους βοηθούσε. Ο καπετάνιος συμφώνησε και η συμφωνία τους έλεγε να ξανυχτούν στην θάλασσα και τα μεσάνυχτα να γυρίσουν και θα τους περίμενε ο ίδιος να τους οδηγήσει στο μοναστήρι του Άη Δημήτρη όπου είχαν κρύψει ότι θυσαυρό είχαν.

Έτσι κι έγινε. Τα μεσάνυχτα γύρισαν οι πειρατές, αλλά αντί για τον ρουφιάνο, βρήκαν έναν χαμογελαστό σεβάσμιο γέροντα μ'ένα λαδοφάναρο. Ο γέρος τους είπε ότι ο ρουφιάνος είχε πάει στο μοναστήρι για να πλανέψει τους φύλακες. Τους είπε να τον ακολουθήσουν ένας - ένας στη σειρά γιατί το μονοπάτι ήταν στενό και λόγω του σκοταδιού εύκολα θα γλύστραγε καποιος στα βράχια. Έφτασαν σ'ένα ύψωμα όπου το μονοπάτι είχε ένα άνοιγμα και ο γέρος τους είπε ότι έπρεπε να πηδήξουν απέναντι γιατί το μονοπάτι τελείωνε. Τους είπε να μην φοβούνται γιατί το άνοιγμα είναι στενό και με μια δρασκελιά ο γέρος πέρασε απέναντι. Τον ακολούθησαν οι Φράγκοι και ένας- ένας μέχρι τον τελευταίο έπεσαν μέσα στο άνοιγμα το οποίο ήταν ένα φαράγγι 5 μέτρα φαρδύ και 20 μέτρα βαθύ και σκοτόθηκαν όλοι. Ο γέροντας πήγε στο μοναστήρι, τους είπε τι έγινε, να μην ανυσηχούν κι ότι θα βρουν τον προδότη νεκρό σ'ένα μικρό όρμο. Όταν τελείωσε τα λόγια του ο γέροντας, οι Ίμβριοι είδαν με έκπληξη ότι ο γέροντας μεταμορφώθηκε στον Άη Δημήτρη. Έπεσαν στα πόδια του να τον προσκυνήσουν αλλά ο Άγιος εξαφανίστηκε. Από τότε η περιοχή αυτή λέγεται Φραγκοπηδημα και το πανηγύρι που γίνεται στο μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου ονομάζεται Φραγκοπανάγυρο.

Πηγή: kokkinakis service

30/3/10

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΣΤΗΝ ΙΜΒΡΟ




Πολύ σημαντική ήταν για τους Ιμβρίους η Μεγάλη Βδομάδα. Γεμάτοι δέος, πίστη και κατάνυξη πήγαιναν στην Εκκλησία και προσευχόταν ευχαριστώντας τον Κύριο για το έλεός του. Την Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες έβαφαν τα κόκκινα αβγά και γι' αυτό την έλεγαν και Κόκκιν' Πέφτ'. Τα αβγά τα έβαφαν από την ρίζα του φυτού μπουγιά, την οποία έλεγαν ρ'ζάρ'. Τα έβαφαν κόκκινα για να συμβολίζουν το αίμα του Χριστού που σταυρώθηκε καθώς και το αίμα από την καρδιά της Παναγίας που έκλαιγε για τον γιο της.
Ένα από τα κόκκινα αβγά το κρατούσαν καθ' όλη την διάρκεια του χρόνου φυλαγμένο στο εικονοστάσι. Αυτό το θεωρούσαν ως σύμβολο της γονιμότητας και το έβαζαν πάνω στην κοιλιά είτε της στείρας γυναίκας για να κάνει παιδί είτε της δύστοκης για να γεννήσει εύκολα είτε εκείνης που φοβόταν μήπως αποβάλει.
Παλιότερα, το βράδυ της Κόκκιν'ς Πέφτ'ς στόλιζαν ένα φαναράκι με βάγιες και έβγαιναν στους δρόμους λέγοντας το παρακάτω τραγούδι:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα τ' άστρα θλίβονται και το φεγγάρι κλαίγει.
Πάει στη μάνα του ο γιος θολός και βουρκωμένος
κι η μάνα του τον ερωτά κι η μάνα του του λέει.
- Γιε μου, με τ' άστρα μάλωσες, γιε μου, με το φεγγάρι,
γιε μου, με τον αυγερινό, που πάει και βασιλεύει;
- Μηδέ με τ' άστρα μάλωσα, μηδέ με το φεγγάρι,
μηδέ με τον αυγερινό που πάει και βασιλεύει.
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα και τη βαθιά αυγίτσα,
ακούει τις πόρτες που χτυπούν και τα κλειδιά γυρίζουν.
- Ποιος είν' αυτός, όπου χτυπά την πόρτα μου και τα κλειδιά γυρίζει;
- Εγώ 'μαι ο Απόστολος ο πρώτος μαθητής σου.
- Δεν είσαι συ ο Απόστολος και πρώτος μαθητής μου,
μόν' είσαι συ ο διάβολος κι ήρτες να με προδώσεις.
Εμείς οι τρεις, οι τέσσερις κι οι άλλοι δεκατέσσερις
την πόλη τη γυρίσαμε, το βασιλέ δεν ήβραμε.

28/3/10

ΤΩ ΒΑΓΙΩ ΣΤΗΝ ΙΜΒΡΟ

Οι γιορτές του Πάσχα άρχιζαν τη Βαγιοβδομάδα. Βαγιοβδομάδα έλεγαν τη βδομάδα που προηγείτο της Κυριακής των Βαίων και ήταν αφιερωμένη στις προετοιμασίες του Πάσχα.
Το Σάββατο του Λαζάρου, η Λαζαροσάββατο έκλεινε το κύκλος της δουλειάς και άρχιζε η περίοδος της προσευχής. Πρώτο σημάδι πως μπαίναμε στη Μεγάλη Βδομάδα οι βάγιες. Γέμιζαν οι νάρθηκες και οι αυλές των εκκλησιών με καταπράσινα λυγερά βλαστάρια μυρίνας, τα "βάγια". Ολα τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς έφερναν από ένα φορτίο με το ζώο τους βάγιες, έτσι το ήθελε η παράδοση.
Την άλλη μέρα, Κυριακή τω Βαγιώ, όλοι έβγαιναν απ' την εκκλησιά με μια αγκαλιά βάγια. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον, χτυπώντας ελαφρά την πλάτη με τα πράσινα κλαδιά, και εύχονταν: " Και του χρόνου και καλό Πάσχα". Μετά το χαιρετισμό οι πρώτοι που δέχονταν τη χαρά του "Ωσαννά" ήταν οι νεκροί. Ολοι επισκέπτονταν τους τάφους των δικών τους και άφηναν πάνω στο "σταυρό" η την "ταφόπετρα" ένα κλαδί βάγιας. Στο σπίτι έκαναν ένα σταυρό με βάγια και τον κάρφωναν στο ανώφλι της πόρτας. Εκεί θα έμενε όλο το χρόνο φυλαχτό από το κακό μάτι και την κακιά ώρα. Ενα κλαδί κρέμαζαν επίσης στην πόρτα του σταύλου, της μάντρας, του κήπου.

Πηγή: Νόστιμον Ήμαρ

26/3/10

ΤΑ ΕΝΝΕΑ ΘΗΡΙΑ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)

Ο Γιάννης και ο Κωσταντής κάθουνται στην ταβέρνα
κι ο βασιλές τους μήνυσε γλήγορα για να πάνε.
- Εχτές προχτές εκεί ’μασταν, και πάλι τι μας θέλει;
Στους μαύρους των ανέβηκαν στου βασιλέ παγαίνουν.
- Και τι μας θέλεις βασιλέ μ’ και τι μας θες αφέντη;
- Γλέπετε τούτο το βουνό το ’δώθε τ’ απεκείθε;
Πό ’χει αντάρα στην κορφή και μια καρυά στη μέση;
Εννιά θεριά εβγήκανε και τρώνε τους διαβάτες.
Να πα να τα σκοτώσητε λουφέ να σας χαρίσω.
Κι ο Γιάννης μαυροθάλασσος και μες στην μέση μπαίνει
κι ο Κωσταντής φοβήθηκε κι εις την καρυά ’νεβαίνει.
Οκτώ θηριά τα έφαγε κ’ ένα τον αντεστάθη.
- Κατέβα κάτω, Κωσταντή, και να με φάγη θέλει.
- Φοβούμαι, Γιάννη, σκιάζομαι, φοβούμαι πό τ’ εσένα,
οκτώ θηριά και τά ’φαγες, να μη με φας κι εμένα.
- Κατέβα κάτω, Κωσταντή, και να με φάγει θέλει.
- Φοβούμαι, Γιάννη, σκιάζομαι, φοβούμαι πό τ’ εσένα,
οκτώ θηριά και τά ’φαγες, να μη με φας κι εμένα.

Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 100.

11/3/10

Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)

Μιας χήρας γιος μιας καλογριάς
ντύνεται, αρματώνεται για πόλεμο.
Και πόλεμο δεν ηύρηκε και γύρισε,
έσκυψε εις τον Δούναβο να πιει νερό
και νιοι τον επλακώσανε ως εκατό.
Σαϊτζιά τον εδώκανε μες στο φτενό,
τ’ άντερά του εχύσανε μες στο στενό,
το αίμα του προσφύριξε ατή σκάλα του
κι ο μαύρος του τον βαριοκλαίει, τον κλαίει βαριά.
Μαύρε μ’ για μη με βαριοκλαίς, μην κλαις βαριά,
μόν’ βάλε το χεράκι σου στην τζέπη μου
και πάρε τη χρυσή κλωνή την ασπρομεταξένια
και ράψε με συχνά πυκνά να μη συχνοπονέσω
και πάρε το σπαθάκι μου το δίστομο
και πάρε το τουφέκι μου το έλλαμπρο
και πάνε τα τη μάνα μου την καλογριά.
Μη πεις της πως απόθενα και κλαίει βαριά,
μόν’ πες της πως πανδρεύθηκα στην Αρμενιά.
Πήρα Αρμένισσας παιδί, και μάγισσας κλωνάρι
κι όντας μαγεύει τα πουλιά δεν κελαϊδούν
κι όντας μαγεύει τον καιρό δεν φυσά,
μ’ εμάγεψε κι εμέ το νιο, δεν έρχομαι.

Πηγή: Μανώλης Ανδρόνικος 1938: "Μελέτη Δημοτικών τινών Ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 97-98.