Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθη και έθιμα. λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήθη και έθιμα. λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/1/11

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΜΒΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΝΕΔΟ

Την Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010, στην αίθουσα "Πατριάρχης Βαρθολομαίος" του Πνευματικού Κέντρου της Ιμβριακής Ένωσης Μακεδονίας-Θράκης στην Θεσσαλονίκη, ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Τσανάκκαλε κ. Ριντβάν Γιουρτσεβέν παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνάς του για την "πολιτιστική αξία και συμβολική σημασία των παραδοσιακών επαγγελμάτων στα νησιά Ίμβρο και Τένεδο".
Η έρευνα του καθηγητή υποστηρίχθηκε οικονομικά από την Ακαδημία Εφαρμοσμένων Επιστημών της Τουρκίας και πραγματοποιήθηκε την τελευταία πενταετία με συνεντεύξεις, φωτογραφήσεις και βιντεοσκοπήσεις στον γηγενή πληθυσμό των 2 νησιών. Το συλλεγέν υλικό της έρευνάς του υπερβαίνει τις 5.000 σελίδες από το οποίο παρουσιάστηκε ένα τμήμα.
Ο καθηγητής διατύπωσε μια σειρά προτάσεων για την διατήρηση και συνέχιση των παραδοσιακών επαγγελμάτων σε Ίμβρο και Τένεδο, η εφαρμογή των οποίων θεωρεί ότι είναι απαραίτητη για την επιβίωση των παραδοσιακών επαγγελμάτων στα 2 νησιά και οι οποίες κινούνται γύρω από τους άξονες της επιμόρφωσης των 2 τοπικών κοινωνιών και της θεσμοθέτησης σχετικού νομικού πλαισίου.
Μετά την ομιλία του καθηγητή, τον λόγο πήρε ο Γενικός Γραμματέας της Εταιρείας κ. Γιάννης Γιαννάκης, ο οποίος σε σύντομη παρέμβασή του αναφέρθηκε στις αρχιτεκτονικές μεταβολές της κατοικίας της Ίμβρου ως συνέπεια του επαγγέλματος του ιδιοκτήτη.
Κατά τον επίλογο ο Πρόεδρος της Εταιρείας κ. Γιώργος Ξεινός επισήμανε την σπουδαιότητα παρόμοιων μελετών για την διατήρηση και ανάδειξη του λαϊκού πολιτισμού και της τοπικής ιστορίας της Ίμβρου και της Τενέδου.

Πηγή: Επιλογή από περ. "Ιμβριώτικα" 113 (Οκτώβριος 2010): 107.

20/1/11

ΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΟΜΙΛΙΑ)

Ο Σύλλογος Ιμβρίων σας προσκαλεί στην ομιλία του Γιάννη Γιαννάκη με θέμα: "Οι οικισμοί της Ίμβρου" που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Συλλόγου Ιμβρίων, Ελ. Βενιζέλου 80, Νέα Σμύρνη, και ώρα 11πμ.

Πηγή: Σύλλογος Ιμβρίων Αθηνών

30/10/10

ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΓΑΜΗΛΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΗΜΑΤΑ)

«ΤΑ ΚΛΙΚΙΑ»

Τα «κλίκια» (βυζαντινά κουλίκια) είναι ένα είδος γλυκού , καλύτερα, ένα είδος γλυκού ψωμιού. Παρασκευάζονται από ζυμάρι, ζάχαρη, λάδι και μαστίχα και ψήνονται στον ίδιο φούρνο πού ψήνονται και τα άλλα ψωμιά του γάμου. Από το πάνω μέρος τα στολίζουν με τρία «π’λούδια», ομοιώματα δηλαδή πουλιών, πού τα κάνουν επίσης από ζυμάρι. Πιστεύουν, ότι το πουλί φέρνει την ευτυχία.
Το πλάσιμο των «κλικιών» δεν είναι εύκολο πράγμα. Χρειάζεται μαεστρία και πολλή επιδεξιότητα. Γι’ αυτό ορισμένες μόνο γυναίκες φημίζονται για το γρήγορο και επιδέξιο πλάσιμο «κλικιών».
Τα «κλίκια», όπως και τις «φουρνόπ’τις», πριν τα στείλουν για κάλεσμα τα αλείφουν από πάνω με μέλι. Επειδή δε, όπως και παραπάνω έγινε λόγος, με «κλίκια» προσκαλούν τους στενούς συγγενείς, όταν κάποιος επισκέπτεται έναν άλλο σε ακατάλληλη ώρα, λόγου χάρη πολύ πρωί, συνηθίζουν να λένε ειρωνικά την εξής παροιμιώδη φράση: «τού κλίκ’ σι στείλαν κι’ ήρθις προυΐ προυΐ;».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, μολονότι και τα «κλίκια» και οι «φουρνόπ’τις» και όλα τα άλλα ψωμιά και γλυκά του γάμου ψήνονται όλα μαζί την Παρασκευή, οι «φουρνόπ’τις» μοιράζονται την ίδια μέρα, αμέσως μετά το ψήσιμο, ενώ τα «κλίκια» την άλλη μέρα, το Σάββατο.

ΤΑ «ΜΙΛΟΥΜΕΝΑ ΚΛΙΚΙΑ»

Την Παρασκευή μαζί με τα άλλα γλυκά και ψωμιά ετοιμάζουν και τα τρία «μιλουμένα κλίκια». Τα «μιλουμένα κλίκια» μοιάζουν με μικρά στρογγυλά ψωμιά και τα λένε «μιλουμένα», επειδή τα αλείφουν από πάνω με μέλι, μολονότι και τα άλλα, όπως πιο πάνω έγινε λόγος, τα αλείφουν, πριν τα μοιράσουν, με μέλι. Αυτά τα τρία «μιλουμένα κλίκια» έχουν ειδικό προορισμό. Τη Δευτέρα μετά το γάμο τα παίρνει η νύφη και τα πηγαίνει στις τρεις γεροντότερες γυναίκες του χωριού και δίνει σε καθεμιά από ένα. Η κάθε γριά παίρνοντας το «μιλουμένου κλίκ’», τής εύχεται: «πολύχρουν’, τα χρόνια μ’ να πάρ’ς».

«ΤΟΥ ΚΛΙΦΤΟΥΨΩΜ’»

Μόλις βγάλουν από το φούρνο τις «φουρνόπ’τις», «μι ντούν ίδιου ντού φουρνητό», χωρίς δηλαδή να ξανακάψουν το φούρνο, μιά και διατηρεί ακόμη την απαραίτητη πύρα, βάζουν για ψήσιμο τα ψωμιά. Μπροστά μπροστά, προς την πόρτα του φούρνου, βάζουν μέσα σ’ ένα ταβά το «κλιφτουψώμ’», το ειδικό γλυκό ψωμί για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω. Από την ώρα πού θα βάλουν στο φούρνο το «κλιφτουψώμ’», ως την ώρα πού θα ψηθεί, η νοικοκυρά ή μια άλλη γυναίκα κάθεται κοντά στο φούρνο και το «φυλάγει» να μη το κλέψουν. Όταν ψηθεί—το «κλιφτουψώμ’»—, φεύγει αυτή η γυναίκα, ό φύλακας, να πούμε, του φούρνου και τότε αγόρια και κορίτσια, τρέχοντας με φωνές και τραγούδια, πηγαίνουν και «κλέβουν» το ειδικό αυτό ψωμί, πού γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το λένε «κλιφτουψώμ’». Το πηγαίνουν ύστερα στο σπίτι τής νύφης (εφόσον πρόκειται για το «κλιφτουψώμ’» της νύφης), το κόβουν σε μικρά κομμάτια, τα αλείφουν από πάνω με μέλι και μετά τα μοιράζουν στους ελευθέρους και τις ελεύθερες του χωριού «για να πάρ’ (πάρουν) του γούρ’», για να παντρευτούν δηλαδή γρήγορα. Προτού μάλιστα τα μοιράσουν, συνηθίζουν να στέλνουν ένα κομμάτι από το «κλιφτουψώμ’» του γαμπρού στη νύφη και ένα από της νύφης στο γαμπρό.
Οι ευχές πού συνηθίζουν να λένε οι ελεύθεροι και οι ελεύθερες, όταν παίρνουν το «κλιφτουψώμ’», είναι κατά κανόνα ίδιες μ’ εκείνες πού συνηθίζουν να λένε οι προσκαλούμενοι, όταν παίρνουν τα «κλίκια» και τις «φουρνόπ’τις»: «Η ώρα η καλή» κ.ά.
Την παράξενη και ιδιόρρυθμη συνήθεια να κλέβουν το ψωμί («κλιφτουψώμ’») θα μπορούσαμε ασφαλώς να τη συνδέσουμε με το έθιμο τής αρπαγής τής νύφης, ένα έθιμο πού, όπως γράφει ό καθηγητής τής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο τής Αθήνας κ. Κ. Ρωμαίος «προβάλλει σα σπονδυλική στήλη, σαν το βασικό αίτιο, σε ποικίλα επεισόδια της αρχαίας μυθολογίας. Ανακρατάει τη μακρυνή της ανάμνηση στη «μιμητική» αρπαγή της νύφης πού γίνεται ακόμα σε μερικά έθιμα του γάμου, ιδίως του νεοελληνικού, όπως παρουσιάζεται στα Ακριτικά τραγούδια, ιδίως στα επεισόδια τής ζωής του Διγενή Ακρίτα... Η καταγωγή του εθίμου αυτού έρχεται από κοινωνίες εθνολογικά πρωτόγονες και στερημένες από ικανή κεντρική διοικητική ασφάλεια».


Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 516-517.

14/5/10

ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (Η ΠΡΟΙΚΑ)

Αναφέραμε πιο πάνω, μιλώντας για την κατάλληλη για γάμο ηλικία, ότι οι κοπέλες αρραβωνιάζονται κατά κανόνα αφού συμπληρώσουν το 17ο χρόνο τής ηλικίας τους. Ο γονείς τους όμως φροντίζουν να ετοιμάσουν το μεγαλύτερο τουλάχιστο μέρος τής προίκας πολύ νωρίτερα, συνήθως μόλις τα κορίτσια τους συμπληρώσουν τα δέκα χρόνια. Και, φυσικά, όσο περνούν τα χρόνια, άλλο τόσο μεγαλώνουν και ο φροντίδες των γονέων για την ολοκλήρωση τής προίκας. Ύστερα μάλιστα από τις «γιαρ’βώνις» επισπεύδουν τις ετοιμασίες, ώστε η μέρα του γάμου να είναι έτοιμη όλη η προίκα, πού υποσχέθηκαν να δώσουν στους νεονύμφους.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.

Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.

10/5/10

ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ)

«ΤΟΥ ΛΟΥΓΟΥΣΗΜΑΔΟΥ»
Αφού κατά την πρώτη επίσημη συνάντηση των συμπεθέρων στο σπίτι τής νύφης, λίγες μέρες μετά την πρόταση, συζητηθεί το θέμα τής προίκας απ’ όλες τις πλευρές και σ’ όλες τις λεπτομέρειες και εφόσον οι συμπέθεροι μείνουν σύμφωνοι σε όλα, ό γάμος θεωρείται πια βέβαιος. Γι’ αυτό το λόγο στην πρώτη αυτή συνάντηση αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και μετά απ’ αυτή γίνεται και η ανταλλαγή των διάφορων δώρων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι κατά τη συνάντηση αυτή και μετά την οριστική συμφωνία στο θέμα της προίκας, η μάνα του γαμπρού υποχρεωτικά δίνει στη νύφη της «λουγουσήμαδου» (σημάδι για το λόγο πού έδωσαν).Το λογοσήμαδο είναι συνήθως ένα «μαλαματ’κό» (χρυσαφικό). Συνηθίζονται πιο πολύ τα εξής: ένας χρυσός σταυρός, ένα χρυσό «δαχ’λίδ’», ένα φλουρί και άλλα παρόμοια.
Το λογοσήμαδο το λένε και «πρώτου σ’μάδ’» ή «πρώτου κέρασμα», γιατί είναι το πρώτο σημάδι, το πρώτο κέρασμα (δώρο), πού δίνεται μετά την οριστική συμφωνία.
Την ίδια ώρα κατά την επίσημη αυτή συνάντηση δίνει λογοσήμαδο και η μάνα τής νύφης στο γαμπρό. Και στην περίπτωση αυτή το λογοσήμαδο είναι, όπως και στην περίπτωση της νύφης, ένα «μαλαματ’κό» (χρυσή λίρα, φλουρί και τ.τ.).

Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Ο αρραβώνας στην Ίμβρο λέγεται «αρ’βώνα», «αρ’βώνις» και «γιαρ’βώνις».
Οι «γιαρ’βώνις» γίνονται συνήθως μέσα σ’ ένα μήνα από την προξενιά. Γίνονται δε πάντοτε στο σπίτι τής νύφης και οπωσδήποτε βράδυ. Προτιμούν να είναι βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής ή μιας οποιασδήποτε γιορτής. Τις άλλες μέρες δεν κάνουν «γιαρ’βώνις». Αποφεύγουν δε πάντοτε τη Δευτέρα. Υπάρχει πρόληψη ότι «γιαρ’βώνις» πού γίνονται Δευτέρα, «διφτιρών’» (δευτερώνουν), δηλαδή δε στεριώνουν.
Ένα κορίτσι από το συγγενικό περιβάλλον τής νύφης προσκαλεί τους συγγενείς και φίλους τής νύφης Κι’ ένα δεύτερο από το συγγενικό περιβάλλον του γαμπρού προσκαλεί τούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού.
«Απόψι έ’χουμ’ τ’ς αρ’βώνις κι’ άμα έχ’τι την ιφκαρίστησ’, ουρίστι» συνηθίζουν να λένε τα κορίτσια αυτά στις οικογένειες πού προσκαλούν. Κι’ οι προσκαλούμενοι απαντούν: «’φχαριστούμι, θα ‘ρτουμ’», αφού, βέβαια, πρωτύτερα πουν τις σχετικές ευχές. Οι συνηθέστερες για την περίπτωση αυτή είναι οι εξής:
α) «Καλουρίζ’κις οι γιαρ’βώνις κι ζντή μιγάλ’ χαρά» (και στο γάμο να χαρούμε).
β) «Καλουρίζ’κα, και ζντή μιγάλ’ χαρά».
γ) «Καλουρίζ’κις κι στ’ ανώτιρα» (και στο γάμο δηλαδή).
Τα κορίτσια πού τούς προσκαλούν, ευχαριστώντας τότε για τις τόσο θερμές ευχές, αντεύχονται ως εξής: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα πιδγιά σας», όταν, φυσικά, απευθύνονται σε γονείς πού τα παιδιά τους είναι ανύπαντρα. Όταν όμως απευθύνονται σε γονείς, πού έχουν και παντρεμένα και ελεύθερα παιδιά, αντεύχονται: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα υπόλοιπα».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι τούς στενούς συγγενείς δεν τους προσκαλούν τα δυό αυτά κορίτσια, αλλά ό γαμπρός και η νύφη, πηγαίνοντας και οι δυό μαζί.
Στις «γιαρ’βώνις» παίρνει μέρος «κι’ η παπάς» του χωριού, ό οποίος αλλάζει «τσί βιργέτις» (τα δαχτυλίδια). Αν όμως δεν υπάρχει παπάς, τότε τα δαχτυλίδια τα αλλάζει ό πατέρας του γαμπρού. Και σε περίπτωση πού ό γαμπρός είναι ορφανός, τα αλλάζει ό πατέρας τής νύφης ό νουνός.
Στην αρχή «σταυρώνει» τα δαχτυλίδια πάνω σε μιά εικόνα και μετά τα περνάει στα χέρια των μελλονύμφων. Πρώτα περνάει το δαχτυλίδι του γαμπρού και κατόπι τής νύφης.
Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο, ίσως, μέρος του αρραβώνα και γι’ αυτόν το λόγο ή φράση «άλλαξαν τσί βιργέτις», σημαίνει, ότι επισημοποίησαν οι δυό πλευρές την αρχική τους συμφωνία.
Μετά το άλλαγμα των δαχτυλιδιών ακολουθούν κεράσματα, φαγοπότι, τραγούδια και χοροί, πού πολλές φορές διαρκούν ως τις πρωινές ώρες.
Την άλλη μέρα στο γραφείο της κοινότητας συντάσσεται και υπογράφεται «του προικουσύμφουνου» (λέγεται και «προικουχάρτ’»). Για να είναι έγκυρο το υπογράφουν, εκτός από τον πατέρα τής νύφης, ό πρόεδρος του χωριού, πού ασφαλώς παίζει το ρόλο του βυζαντινού νοταρίου, και 3 μάρτυρες, όσους δηλαδή απαιτούσε σ’ αυτή την περίπτωση η σχετική βυζαντινή συνήθεια.

Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 511-512.

3/5/10

ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΠΡΟΞΕΝΙΟ)

Η ΠΡΟΞΕΝΙΑ
Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ό νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα πού θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους τής νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος τής κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δυό νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα.
Τόσο στη μιά, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο πού μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιντής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα πού συνηθίζεται πιο πολύ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες.
Αφού ό προξενητής συζητήσει με τούς ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια τής κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα τής προξενιάς και κατόπιν—ό προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση.
Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιοδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής:
«Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κ’φάλ’ σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μιά δυό μέρες ό προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δε νήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ό προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική).
Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ό προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ μπιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου ντρουξιντή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί πού τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τούς αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τεντζερέ κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»).
Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), πού κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: ή (π.χ.) Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα». Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο:
Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’
κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’.
Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», πού λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μιά κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό ή κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα πού παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά το γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) τής πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μιά κοπέλα στην περίπτωση πού θα αποτύχει σε πρόταση γάμου προς ένα νέο.
Και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ό νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυό οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό πού να ψυχραθούν.
Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση πού θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στενοχωρεθεί ούτε ό ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», πού σημαίνει: Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο. Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο.
Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», πού σημαίνει: Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο.
Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η Τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη τής προτάσεως.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα».
Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μιά για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση πού τούς έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, πού είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στο μέσο και να χαλάσει την προξενιά.
Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ό πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα διαμερίσματα της πατρίδας μας.
Από την ώρα πού οι δυό πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αν, λοιπόν, ό προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τούς γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν τον στέλνει οικογένεια κοπέλας πού διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ό προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τούς επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι («τού ζ’μπιθιρουλόϊ»)—συνήθως στο σπίτι της κοπέλας—και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς τής κοπέλας στους μελλονύμφους. Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, πού έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως ή μάνα — μιάς κοπέλας, πού μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.

Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΓΑΜΟ ΗΛΙΚΙΑ
Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια.
Οι κοπέλες σε σύγκριση με τούς άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία• συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια.
Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε... να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα πού τον διακρίνει αποτρέπει τούς νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο:
Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα
κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα.
(Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση τής ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτάρες μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι.

ΔΩΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗ
Αν ό προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται ή πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της.
Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο.
Τα δώρα και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι πού να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα).

Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 506-511.

17/4/10

ΤΟ ΦΡΑΓΚΟΠΗΔΗΜΑ (Λαϊκή Ιστορία της Ίμβρου)

Τον Μεσαίωνα, η Ίμβρος τράβηξε πολλά από τις επιδρομές των πειρατών.

Μια μέρα πειρατικά καράβια πλησίαζαν το λιμάνι του Κάστρου. Οι κάτοικοι πήραν όσα υπάρχοντα μπορούσαν μαζί τους και κρύφτηκαν στα βουνά. Οι πειρατές (Φράγκοι) έκλεψαν και έσπασαν τα πάντα. Ούτε τα ζώα δεν γλύτωσαν. Τ έσφαξαν και τα έτρωγαν για τρες ημέρες. Οι Ίμβριοι έβλεπαν το πλιάτσικο και παρακαλούσαν τον Θεό να τους βοηθήσει. Μετά τις τρεις ημέρες τα περισσότερα καράβια έφυγαν, αλλά ένα έμεινε στο λιμάνι. Ένας ξένος φιλάργυρος, πήγε στον καπετάνιο και του είπε, ότι ξέρει που έκρυψαν τους θυσαυρούς τους οι Ίμβριοι κι ότι αν του έβγαζαν μερίδιο θα τους βοηθούσε. Ο καπετάνιος συμφώνησε και η συμφωνία τους έλεγε να ξανυχτούν στην θάλασσα και τα μεσάνυχτα να γυρίσουν και θα τους περίμενε ο ίδιος να τους οδηγήσει στο μοναστήρι του Άη Δημήτρη όπου είχαν κρύψει ότι θυσαυρό είχαν.

Έτσι κι έγινε. Τα μεσάνυχτα γύρισαν οι πειρατές, αλλά αντί για τον ρουφιάνο, βρήκαν έναν χαμογελαστό σεβάσμιο γέροντα μ'ένα λαδοφάναρο. Ο γέρος τους είπε ότι ο ρουφιάνος είχε πάει στο μοναστήρι για να πλανέψει τους φύλακες. Τους είπε να τον ακολουθήσουν ένας - ένας στη σειρά γιατί το μονοπάτι ήταν στενό και λόγω του σκοταδιού εύκολα θα γλύστραγε καποιος στα βράχια. Έφτασαν σ'ένα ύψωμα όπου το μονοπάτι είχε ένα άνοιγμα και ο γέρος τους είπε ότι έπρεπε να πηδήξουν απέναντι γιατί το μονοπάτι τελείωνε. Τους είπε να μην φοβούνται γιατί το άνοιγμα είναι στενό και με μια δρασκελιά ο γέρος πέρασε απέναντι. Τον ακολούθησαν οι Φράγκοι και ένας- ένας μέχρι τον τελευταίο έπεσαν μέσα στο άνοιγμα το οποίο ήταν ένα φαράγγι 5 μέτρα φαρδύ και 20 μέτρα βαθύ και σκοτόθηκαν όλοι. Ο γέροντας πήγε στο μοναστήρι, τους είπε τι έγινε, να μην ανυσηχούν κι ότι θα βρουν τον προδότη νεκρό σ'ένα μικρό όρμο. Όταν τελείωσε τα λόγια του ο γέροντας, οι Ίμβριοι είδαν με έκπληξη ότι ο γέροντας μεταμορφώθηκε στον Άη Δημήτρη. Έπεσαν στα πόδια του να τον προσκυνήσουν αλλά ο Άγιος εξαφανίστηκε. Από τότε η περιοχή αυτή λέγεται Φραγκοπηδημα και το πανηγύρι που γίνεται στο μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου ονομάζεται Φραγκοπανάγυρο.

Πηγή: kokkinakis service

26/3/10

ΤΑ ΕΝΝΕΑ ΘΗΡΙΑ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)

Ο Γιάννης και ο Κωσταντής κάθουνται στην ταβέρνα
κι ο βασιλές τους μήνυσε γλήγορα για να πάνε.
- Εχτές προχτές εκεί ’μασταν, και πάλι τι μας θέλει;
Στους μαύρους των ανέβηκαν στου βασιλέ παγαίνουν.
- Και τι μας θέλεις βασιλέ μ’ και τι μας θες αφέντη;
- Γλέπετε τούτο το βουνό το ’δώθε τ’ απεκείθε;
Πό ’χει αντάρα στην κορφή και μια καρυά στη μέση;
Εννιά θεριά εβγήκανε και τρώνε τους διαβάτες.
Να πα να τα σκοτώσητε λουφέ να σας χαρίσω.
Κι ο Γιάννης μαυροθάλασσος και μες στην μέση μπαίνει
κι ο Κωσταντής φοβήθηκε κι εις την καρυά ’νεβαίνει.
Οκτώ θηριά τα έφαγε κ’ ένα τον αντεστάθη.
- Κατέβα κάτω, Κωσταντή, και να με φάγη θέλει.
- Φοβούμαι, Γιάννη, σκιάζομαι, φοβούμαι πό τ’ εσένα,
οκτώ θηριά και τά ’φαγες, να μη με φας κι εμένα.
- Κατέβα κάτω, Κωσταντή, και να με φάγει θέλει.
- Φοβούμαι, Γιάννη, σκιάζομαι, φοβούμαι πό τ’ εσένα,
οκτώ θηριά και τά ’φαγες, να μη με φας κι εμένα.

Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 100.

19/3/10

ΚΑΣΚΑΒΑΛΙΑ ή ΤΑ ΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ (Λαϊκή Ιστορία της Ίμβρου)

Ήταν κάποτε στην Ίμβρο μία γριά που ήταν η πιο πλούσια του νησιού. Στην κυριολεξία δεν ήξερε τι είχε. Από αιγοπρόβατα μέχρι κτήματα και χρήματα.

Οι γεροντότεροι Ίμβριοι διηγούνται ότι τα πρόβατα και τα κατσίκια της ήταν περισσότερα κι από τις πέτρες των βουνών. Οι τσομπάνηδες κι οι παραγιοί της ήταν περισσότεροι από όλους τος υπόλοιπους τσομπάνηδες του νησιού. Σε κάθε γέννα τω ζώων της πήγαινε η ίδια και ξεχώριζε πια θα κρατήσει και πια θα πουλήσει. Κάθε φορά κράταγε 3.000 από τα νεογέννητα "χίλια μίδια, χίλια κούτλα,χίλια με τα κέρατα", δηλαδή χίλια που δεν έχουν μεγάλα αυτιά, χίλια χωρίς κέρατα και χίλια με κέρατα. Οι καλύβες της ήταν πάντα γεμάτες με τυριά, μυζήθρες και βούτηρα. όταν γινόταν πόλεμος, αμέτρητα καράβια έρχονταν στην Ίμβρο κι αγόραζαν από την γριά.

Τότε ο Μάρτης είχε 29 ημέρες κι όχι 31 που ξέρουμε σήμερα. Μία χρονιά στα μέσα του Μάρτη ξέσπασε κακοκαιρία που πάγωσε όλα τα ζώα του νησιού εκτός από της γριάς. Μέχρι και η θάλασσα πάγωσε. Στις 29 που έφευγε ο Μάρτης η γριά τον κορόιδεψε λέγοντας ότι μπήκε, βγήκε, χάλασε τον κόσμο, όμως τα ζώα της την γλύτωσαν. Θύμωσε ο Μάρτης και δανείστηκε 2 ημέρες από τον αδελφό του Φλεβάρη (ο οποίος έμεινε με 28 ημέρες μέχρι σήμερα). Έτσι εκείνο το βράδυ ο Μάρτης άρχισε το χιόνι και την παγωνιά κι όλα τα ζώα της γριάς πάγωσαν εκτός από τα 3.000 νεογέννητα που πρόλαβε να τα τυλίξει η γριά με χοντρά κιλίμια.

Η γριά όταν είδε αυτό το κακό τρελάθηκε, θύμωσε με τον Θεό και έβαλε τα τυριά της το ένα πάνω στο άλλο, για να φτιάξει σκαλοπάτια μέχρι τον ουρανό για να Τον επιπλήξει. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβεια και το θράσος της γριάς και την μετέτρεψε κι αυτή και τα τυριά της σε πέτρα. Τα τυριά της όπως βλέπεται στην φωτογραφία παραμένουν μέχρι σήμερα στοιβαγμένα στον γιαλό.




Πηγή: Κοκκινάκης Service

11/3/10

Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)

Μιας χήρας γιος μιας καλογριάς
ντύνεται, αρματώνεται για πόλεμο.
Και πόλεμο δεν ηύρηκε και γύρισε,
έσκυψε εις τον Δούναβο να πιει νερό
και νιοι τον επλακώσανε ως εκατό.
Σαϊτζιά τον εδώκανε μες στο φτενό,
τ’ άντερά του εχύσανε μες στο στενό,
το αίμα του προσφύριξε ατή σκάλα του
κι ο μαύρος του τον βαριοκλαίει, τον κλαίει βαριά.
Μαύρε μ’ για μη με βαριοκλαίς, μην κλαις βαριά,
μόν’ βάλε το χεράκι σου στην τζέπη μου
και πάρε τη χρυσή κλωνή την ασπρομεταξένια
και ράψε με συχνά πυκνά να μη συχνοπονέσω
και πάρε το σπαθάκι μου το δίστομο
και πάρε το τουφέκι μου το έλλαμπρο
και πάνε τα τη μάνα μου την καλογριά.
Μη πεις της πως απόθενα και κλαίει βαριά,
μόν’ πες της πως πανδρεύθηκα στην Αρμενιά.
Πήρα Αρμένισσας παιδί, και μάγισσας κλωνάρι
κι όντας μαγεύει τα πουλιά δεν κελαϊδούν
κι όντας μαγεύει τον καιρό δεν φυσά,
μ’ εμάγεψε κι εμέ το νιο, δεν έρχομαι.

Πηγή: Μανώλης Ανδρόνικος 1938: "Μελέτη Δημοτικών τινών Ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 97-98.