«ΤΑ ΚΛΙΚΙΑ»
Τα «κλίκια» (βυζαντινά κουλίκια) είναι ένα είδος γλυκού , καλύτερα, ένα είδος γλυκού ψωμιού. Παρασκευάζονται από ζυμάρι, ζάχαρη, λάδι και μαστίχα και ψήνονται στον ίδιο φούρνο πού ψήνονται και τα άλλα ψωμιά του γάμου. Από το πάνω μέρος τα στολίζουν με τρία «π’λούδια», ομοιώματα δηλαδή πουλιών, πού τα κάνουν επίσης από ζυμάρι. Πιστεύουν, ότι το πουλί φέρνει την ευτυχία.
Το πλάσιμο των «κλικιών» δεν είναι εύκολο πράγμα. Χρειάζεται μαεστρία και πολλή επιδεξιότητα. Γι’ αυτό ορισμένες μόνο γυναίκες φημίζονται για το γρήγορο και επιδέξιο πλάσιμο «κλικιών».
Τα «κλίκια», όπως και τις «φουρνόπ’τις», πριν τα στείλουν για κάλεσμα τα αλείφουν από πάνω με μέλι. Επειδή δε, όπως και παραπάνω έγινε λόγος, με «κλίκια» προσκαλούν τους στενούς συγγενείς, όταν κάποιος επισκέπτεται έναν άλλο σε ακατάλληλη ώρα, λόγου χάρη πολύ πρωί, συνηθίζουν να λένε ειρωνικά την εξής παροιμιώδη φράση: «τού κλίκ’ σι στείλαν κι’ ήρθις προυΐ προυΐ;».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, μολονότι και τα «κλίκια» και οι «φουρνόπ’τις» και όλα τα άλλα ψωμιά και γλυκά του γάμου ψήνονται όλα μαζί την Παρασκευή, οι «φουρνόπ’τις» μοιράζονται την ίδια μέρα, αμέσως μετά το ψήσιμο, ενώ τα «κλίκια» την άλλη μέρα, το Σάββατο.
ΤΑ «ΜΙΛΟΥΜΕΝΑ ΚΛΙΚΙΑ»
Την Παρασκευή μαζί με τα άλλα γλυκά και ψωμιά ετοιμάζουν και τα τρία «μιλουμένα κλίκια». Τα «μιλουμένα κλίκια» μοιάζουν με μικρά στρογγυλά ψωμιά και τα λένε «μιλουμένα», επειδή τα αλείφουν από πάνω με μέλι, μολονότι και τα άλλα, όπως πιο πάνω έγινε λόγος, τα αλείφουν, πριν τα μοιράσουν, με μέλι. Αυτά τα τρία «μιλουμένα κλίκια» έχουν ειδικό προορισμό. Τη Δευτέρα μετά το γάμο τα παίρνει η νύφη και τα πηγαίνει στις τρεις γεροντότερες γυναίκες του χωριού και δίνει σε καθεμιά από ένα. Η κάθε γριά παίρνοντας το «μιλουμένου κλίκ’», τής εύχεται: «πολύχρουν’, τα χρόνια μ’ να πάρ’ς».
«ΤΟΥ ΚΛΙΦΤΟΥΨΩΜ’»
Μόλις βγάλουν από το φούρνο τις «φουρνόπ’τις», «μι ντούν ίδιου ντού φουρνητό», χωρίς δηλαδή να ξανακάψουν το φούρνο, μιά και διατηρεί ακόμη την απαραίτητη πύρα, βάζουν για ψήσιμο τα ψωμιά. Μπροστά μπροστά, προς την πόρτα του φούρνου, βάζουν μέσα σ’ ένα ταβά το «κλιφτουψώμ’», το ειδικό γλυκό ψωμί για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω. Από την ώρα πού θα βάλουν στο φούρνο το «κλιφτουψώμ’», ως την ώρα πού θα ψηθεί, η νοικοκυρά ή μια άλλη γυναίκα κάθεται κοντά στο φούρνο και το «φυλάγει» να μη το κλέψουν. Όταν ψηθεί—το «κλιφτουψώμ’»—, φεύγει αυτή η γυναίκα, ό φύλακας, να πούμε, του φούρνου και τότε αγόρια και κορίτσια, τρέχοντας με φωνές και τραγούδια, πηγαίνουν και «κλέβουν» το ειδικό αυτό ψωμί, πού γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το λένε «κλιφτουψώμ’». Το πηγαίνουν ύστερα στο σπίτι τής νύφης (εφόσον πρόκειται για το «κλιφτουψώμ’» της νύφης), το κόβουν σε μικρά κομμάτια, τα αλείφουν από πάνω με μέλι και μετά τα μοιράζουν στους ελευθέρους και τις ελεύθερες του χωριού «για να πάρ’ (πάρουν) του γούρ’», για να παντρευτούν δηλαδή γρήγορα. Προτού μάλιστα τα μοιράσουν, συνηθίζουν να στέλνουν ένα κομμάτι από το «κλιφτουψώμ’» του γαμπρού στη νύφη και ένα από της νύφης στο γαμπρό.
Οι ευχές πού συνηθίζουν να λένε οι ελεύθεροι και οι ελεύθερες, όταν παίρνουν το «κλιφτουψώμ’», είναι κατά κανόνα ίδιες μ’ εκείνες πού συνηθίζουν να λένε οι προσκαλούμενοι, όταν παίρνουν τα «κλίκια» και τις «φουρνόπ’τις»: «Η ώρα η καλή» κ.ά.
Την παράξενη και ιδιόρρυθμη συνήθεια να κλέβουν το ψωμί («κλιφτουψώμ’») θα μπορούσαμε ασφαλώς να τη συνδέσουμε με το έθιμο τής αρπαγής τής νύφης, ένα έθιμο πού, όπως γράφει ό καθηγητής τής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο τής Αθήνας κ. Κ. Ρωμαίος «προβάλλει σα σπονδυλική στήλη, σαν το βασικό αίτιο, σε ποικίλα επεισόδια της αρχαίας μυθολογίας. Ανακρατάει τη μακρυνή της ανάμνηση στη «μιμητική» αρπαγή της νύφης πού γίνεται ακόμα σε μερικά έθιμα του γάμου, ιδίως του νεοελληνικού, όπως παρουσιάζεται στα Ακριτικά τραγούδια, ιδίως στα επεισόδια τής ζωής του Διγενή Ακρίτα... Η καταγωγή του εθίμου αυτού έρχεται από κοινωνίες εθνολογικά πρωτόγονες και στερημένες από ικανή κεντρική διοικητική ασφάλεια».
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 516-517.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαϊκός πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαϊκός πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
30/10/10
15/6/10
Ο ΨΥΧΟΡΡΑΓΩΝ ΝΑΥΤΙΚΟΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)
Αλλοί ’στο νιο π’ αρρώστησε στου καραβιού την πλώρη.
Μάννα δεν έχει να τον κλαίη, κόρη να τον λυπάται,
μήδ’ αδερφή, μήδ’ αδερφό, για να τον λεημονάται.
Τον κλαίει η νύχτα κ’ η αυγή, τ’ άστρο και το φεγγάρι
κ’ οι ναύτες τον φωνάζουνε – Σήκου να κομμαντάρης.
- Εγώ σας λέγω δεν μπορώ, και σείς μου λέτε σήκου.
Σηκώτε με να σηκωθώ, και βάλτε με να κάτσω
και δώστε με τη χάρτα μου για να την εδιαβάσω.
Γλέπετε τούτο το νησί το δώθε τ’ αποκείθε;
Εκεί θα πά’ να αράξωμε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
Πήγανε και αράξανε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
- Άντιστε γέροι, για νερό και σείς παιδιά για ξύλα
και σείς μικρά μουτσόπουλα ανοίξετε το μνήμα.
Παρακαλώ αδέρφια μου και προσκυνώ σας κιόλα
μήδε μακρύ, μήδε φαρδύ, μηδέ πολλά μεγάλο,
κ’ απ’ την δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παναθύρι,
νά ρχωνται τ’ άγρια πουλιά, να λιανοχωρατεύω.
Πουλί μ’ αν πας στον τόπο μου, κ’ αν βρης και τους δικούς μου,
μην πης τους πως απόθανα κ’ ανάψουν τα κεριά μου,
μόν πες τους πως πανδρεύθηκα ’στα μακρυά στα ξένα,
πήρα την πλάκα πεθερά, την μαύρη γη γυναίκα.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 102-103.
Μάννα δεν έχει να τον κλαίη, κόρη να τον λυπάται,
μήδ’ αδερφή, μήδ’ αδερφό, για να τον λεημονάται.
Τον κλαίει η νύχτα κ’ η αυγή, τ’ άστρο και το φεγγάρι
κ’ οι ναύτες τον φωνάζουνε – Σήκου να κομμαντάρης.
- Εγώ σας λέγω δεν μπορώ, και σείς μου λέτε σήκου.
Σηκώτε με να σηκωθώ, και βάλτε με να κάτσω
και δώστε με τη χάρτα μου για να την εδιαβάσω.
Γλέπετε τούτο το νησί το δώθε τ’ αποκείθε;
Εκεί θα πά’ να αράξωμε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
Πήγανε και αράξανε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
- Άντιστε γέροι, για νερό και σείς παιδιά για ξύλα
και σείς μικρά μουτσόπουλα ανοίξετε το μνήμα.
Παρακαλώ αδέρφια μου και προσκυνώ σας κιόλα
μήδε μακρύ, μήδε φαρδύ, μηδέ πολλά μεγάλο,
κ’ απ’ την δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παναθύρι,
νά ρχωνται τ’ άγρια πουλιά, να λιανοχωρατεύω.
Πουλί μ’ αν πας στον τόπο μου, κ’ αν βρης και τους δικούς μου,
μην πης τους πως απόθανα κ’ ανάψουν τα κεριά μου,
μόν πες τους πως πανδρεύθηκα ’στα μακρυά στα ξένα,
πήρα την πλάκα πεθερά, την μαύρη γη γυναίκα.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 102-103.
Ετικέτες
δημοτικό τραγούδι,
ήθη και έθιμα,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
ναυτικός
23/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΧΡΟΝΟΣ - ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)
ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ο γάμος στην Ίμβρο κανονικά γίνεται μέσα σ’ ένα χρόνο από τον αρραβώνα. Συνηθίζουν μάλιστα να κάνουν τούς γάμους κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι ατέλειωτες γεωργοκτηνοτροφικές δουλειές του καλοκαιριού δεν επιτρέπουν στους Ιμβρίους να... ασχολούνται την περίοδο αυτή με γάμους και διασκεδάσεις. Μετά το δεκαπενταύγουστο όμως, πού αρχίζουν να περιορίζονται κάπως οι δουλειές, αρχίζουν και οι γάμοι.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο συνήθως παντρεύονται όσοι βιάζονται να στεφανωθούν από πρόωρη εγκυμοσύνη τής νύφης. Τα παιδιά πού γεννιούνται από τέτοιους γάμους, δηλαδή προτού να συμπληρωθούν εννιά μήνες από τη μέρα του γάμου, τα λένε «κατσιάϊκα» (Τουρκ. kagak σημαίνει δραπέτης, λαθραίος) (πρβλ. «ντού Θιρ’νό κι ντουν Αλουντί μόν’ κάνα κατσιάϊκου γάμου κάν’»).
Ακόμη, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν γάμους το Μάιο. Υπάρχει πρόληψη, ότι ό γάμος πού γίνεται Μάιο μήνα είναι αποτυχημένος. Πιστεύουν ότι από τέτοιους γάμους γεννιούνται παιδιά μαγεμένα και ότι το αντρόγυνο μαλώνει σ’ όλη του τη ζωή. (Πρβλ. «ντού Μα’ δε γκάνουμ’ γάμ’, γιατί γίν’ντιν μαγιμένα τα πιδγιά κι μαλών’ τα αντρόγυνα»).
Αποφεύγουν επίσης να κάνουν γάμους το Φεβρουάριο, γιατί είναι «κ’τσουφλέβαρους» (πρβλ. «ντού κ’τσουφλέβαρου δε γκάνουμ’ γάμ’. Η μήνας δεν είνι καλός, είνι κ’τσός»).
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ύστερα από τις «γιαρ’βώνις», τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και της νύφης επισπεύδονται, όπως είναι φυσικό, οι διάφορες εργασίες, αφού την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα πρέπει όλα να είναι έτοιμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τις τελευταίες αυτές πριν από το γάμο μέρες βοηθούν τις δυό οικογένειες πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Περισσότερο δε βοηθούν την οικογένεια τής νύφης πού έχει τις πιο πολλές δουλειές και φροντίδες. (Ετοιμάζουν τα αμύγδαλα τα αμυγδαλωτά, στρώνουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν, ψήνουν τα ψωμιά κτλ.).
Η νύφη συνήθως δε δουλεύει, αλλά παρακολουθεί και δίνει οδηγίες στις άλλες γυναίκες. Οι πολύ δουλευτάρες όμως όχι μόνο αποφεύγουν να δίνουν οδηγίες και εντολές, αλλά δουλεύουν και μάλιστα εντατικά για να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα οι δουλειές.
Όλες αυτές οι δουλειές (στρωσίματα, σιδερώματα κτλ.) γίνονται την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα και κυρίως τις τρεις πρώτες μέρες (Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη), γιατί από την Πέμπτη κι’ ύστερα αρχίζουν άλλες πιο βαριές δουλειές (το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών, η ετοιμασία και το ψήσιμο των γλυκών κτλ.).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 514-515.
Ο γάμος στην Ίμβρο κανονικά γίνεται μέσα σ’ ένα χρόνο από τον αρραβώνα. Συνηθίζουν μάλιστα να κάνουν τούς γάμους κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι ατέλειωτες γεωργοκτηνοτροφικές δουλειές του καλοκαιριού δεν επιτρέπουν στους Ιμβρίους να... ασχολούνται την περίοδο αυτή με γάμους και διασκεδάσεις. Μετά το δεκαπενταύγουστο όμως, πού αρχίζουν να περιορίζονται κάπως οι δουλειές, αρχίζουν και οι γάμοι.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο συνήθως παντρεύονται όσοι βιάζονται να στεφανωθούν από πρόωρη εγκυμοσύνη τής νύφης. Τα παιδιά πού γεννιούνται από τέτοιους γάμους, δηλαδή προτού να συμπληρωθούν εννιά μήνες από τη μέρα του γάμου, τα λένε «κατσιάϊκα» (Τουρκ. kagak σημαίνει δραπέτης, λαθραίος) (πρβλ. «ντού Θιρ’νό κι ντουν Αλουντί μόν’ κάνα κατσιάϊκου γάμου κάν’»).
Ακόμη, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν γάμους το Μάιο. Υπάρχει πρόληψη, ότι ό γάμος πού γίνεται Μάιο μήνα είναι αποτυχημένος. Πιστεύουν ότι από τέτοιους γάμους γεννιούνται παιδιά μαγεμένα και ότι το αντρόγυνο μαλώνει σ’ όλη του τη ζωή. (Πρβλ. «ντού Μα’ δε γκάνουμ’ γάμ’, γιατί γίν’ντιν μαγιμένα τα πιδγιά κι μαλών’ τα αντρόγυνα»).
Αποφεύγουν επίσης να κάνουν γάμους το Φεβρουάριο, γιατί είναι «κ’τσουφλέβαρους» (πρβλ. «ντού κ’τσουφλέβαρου δε γκάνουμ’ γάμ’. Η μήνας δεν είνι καλός, είνι κ’τσός»).
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ύστερα από τις «γιαρ’βώνις», τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και της νύφης επισπεύδονται, όπως είναι φυσικό, οι διάφορες εργασίες, αφού την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα πρέπει όλα να είναι έτοιμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τις τελευταίες αυτές πριν από το γάμο μέρες βοηθούν τις δυό οικογένειες πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Περισσότερο δε βοηθούν την οικογένεια τής νύφης πού έχει τις πιο πολλές δουλειές και φροντίδες. (Ετοιμάζουν τα αμύγδαλα τα αμυγδαλωτά, στρώνουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν, ψήνουν τα ψωμιά κτλ.).
Η νύφη συνήθως δε δουλεύει, αλλά παρακολουθεί και δίνει οδηγίες στις άλλες γυναίκες. Οι πολύ δουλευτάρες όμως όχι μόνο αποφεύγουν να δίνουν οδηγίες και εντολές, αλλά δουλεύουν και μάλιστα εντατικά για να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα οι δουλειές.
Όλες αυτές οι δουλειές (στρωσίματα, σιδερώματα κτλ.) γίνονται την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα και κυρίως τις τρεις πρώτες μέρες (Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη), γιατί από την Πέμπτη κι’ ύστερα αρχίζουν άλλες πιο βαριές δουλειές (το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών, η ετοιμασία και το ψήσιμο των γλυκών κτλ.).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 514-515.
Ετικέτες
γάμος,
ήθη και έθιμα,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
14/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (Η ΠΡΟΙΚΑ)
Αναφέραμε πιο πάνω, μιλώντας για την κατάλληλη για γάμο ηλικία, ότι οι κοπέλες αρραβωνιάζονται κατά κανόνα αφού συμπληρώσουν το 17ο χρόνο τής ηλικίας τους. Ο γονείς τους όμως φροντίζουν να ετοιμάσουν το μεγαλύτερο τουλάχιστο μέρος τής προίκας πολύ νωρίτερα, συνήθως μόλις τα κορίτσια τους συμπληρώσουν τα δέκα χρόνια. Και, φυσικά, όσο περνούν τα χρόνια, άλλο τόσο μεγαλώνουν και ο φροντίδες των γονέων για την ολοκλήρωση τής προίκας. Ύστερα μάλιστα από τις «γιαρ’βώνις» επισπεύδουν τις ετοιμασίες, ώστε η μέρα του γάμου να είναι έτοιμη όλη η προίκα, πού υποσχέθηκαν να δώσουν στους νεονύμφους.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Ετικέτες
αρραβώνας,
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
10/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ)
«ΤΟΥ ΛΟΥΓΟΥΣΗΜΑΔΟΥ»
Αφού κατά την πρώτη επίσημη συνάντηση των συμπεθέρων στο σπίτι τής νύφης, λίγες μέρες μετά την πρόταση, συζητηθεί το θέμα τής προίκας απ’ όλες τις πλευρές και σ’ όλες τις λεπτομέρειες και εφόσον οι συμπέθεροι μείνουν σύμφωνοι σε όλα, ό γάμος θεωρείται πια βέβαιος. Γι’ αυτό το λόγο στην πρώτη αυτή συνάντηση αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και μετά απ’ αυτή γίνεται και η ανταλλαγή των διάφορων δώρων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι κατά τη συνάντηση αυτή και μετά την οριστική συμφωνία στο θέμα της προίκας, η μάνα του γαμπρού υποχρεωτικά δίνει στη νύφη της «λουγουσήμαδου» (σημάδι για το λόγο πού έδωσαν).Το λογοσήμαδο είναι συνήθως ένα «μαλαματ’κό» (χρυσαφικό). Συνηθίζονται πιο πολύ τα εξής: ένας χρυσός σταυρός, ένα χρυσό «δαχ’λίδ’», ένα φλουρί και άλλα παρόμοια.
Το λογοσήμαδο το λένε και «πρώτου σ’μάδ’» ή «πρώτου κέρασμα», γιατί είναι το πρώτο σημάδι, το πρώτο κέρασμα (δώρο), πού δίνεται μετά την οριστική συμφωνία.
Την ίδια ώρα κατά την επίσημη αυτή συνάντηση δίνει λογοσήμαδο και η μάνα τής νύφης στο γαμπρό. Και στην περίπτωση αυτή το λογοσήμαδο είναι, όπως και στην περίπτωση της νύφης, ένα «μαλαματ’κό» (χρυσή λίρα, φλουρί και τ.τ.).
Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Ο αρραβώνας στην Ίμβρο λέγεται «αρ’βώνα», «αρ’βώνις» και «γιαρ’βώνις».
Οι «γιαρ’βώνις» γίνονται συνήθως μέσα σ’ ένα μήνα από την προξενιά. Γίνονται δε πάντοτε στο σπίτι τής νύφης και οπωσδήποτε βράδυ. Προτιμούν να είναι βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής ή μιας οποιασδήποτε γιορτής. Τις άλλες μέρες δεν κάνουν «γιαρ’βώνις». Αποφεύγουν δε πάντοτε τη Δευτέρα. Υπάρχει πρόληψη ότι «γιαρ’βώνις» πού γίνονται Δευτέρα, «διφτιρών’» (δευτερώνουν), δηλαδή δε στεριώνουν.
Ένα κορίτσι από το συγγενικό περιβάλλον τής νύφης προσκαλεί τους συγγενείς και φίλους τής νύφης Κι’ ένα δεύτερο από το συγγενικό περιβάλλον του γαμπρού προσκαλεί τούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού.
«Απόψι έ’χουμ’ τ’ς αρ’βώνις κι’ άμα έχ’τι την ιφκαρίστησ’, ουρίστι» συνηθίζουν να λένε τα κορίτσια αυτά στις οικογένειες πού προσκαλούν. Κι’ οι προσκαλούμενοι απαντούν: «’φχαριστούμι, θα ‘ρτουμ’», αφού, βέβαια, πρωτύτερα πουν τις σχετικές ευχές. Οι συνηθέστερες για την περίπτωση αυτή είναι οι εξής:
α) «Καλουρίζ’κις οι γιαρ’βώνις κι ζντή μιγάλ’ χαρά» (και στο γάμο να χαρούμε).
β) «Καλουρίζ’κα, και ζντή μιγάλ’ χαρά».
γ) «Καλουρίζ’κις κι στ’ ανώτιρα» (και στο γάμο δηλαδή).
Τα κορίτσια πού τούς προσκαλούν, ευχαριστώντας τότε για τις τόσο θερμές ευχές, αντεύχονται ως εξής: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα πιδγιά σας», όταν, φυσικά, απευθύνονται σε γονείς πού τα παιδιά τους είναι ανύπαντρα. Όταν όμως απευθύνονται σε γονείς, πού έχουν και παντρεμένα και ελεύθερα παιδιά, αντεύχονται: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα υπόλοιπα».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι τούς στενούς συγγενείς δεν τους προσκαλούν τα δυό αυτά κορίτσια, αλλά ό γαμπρός και η νύφη, πηγαίνοντας και οι δυό μαζί.
Στις «γιαρ’βώνις» παίρνει μέρος «κι’ η παπάς» του χωριού, ό οποίος αλλάζει «τσί βιργέτις» (τα δαχτυλίδια). Αν όμως δεν υπάρχει παπάς, τότε τα δαχτυλίδια τα αλλάζει ό πατέρας του γαμπρού. Και σε περίπτωση πού ό γαμπρός είναι ορφανός, τα αλλάζει ό πατέρας τής νύφης ό νουνός.
Στην αρχή «σταυρώνει» τα δαχτυλίδια πάνω σε μιά εικόνα και μετά τα περνάει στα χέρια των μελλονύμφων. Πρώτα περνάει το δαχτυλίδι του γαμπρού και κατόπι τής νύφης.
Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο, ίσως, μέρος του αρραβώνα και γι’ αυτόν το λόγο ή φράση «άλλαξαν τσί βιργέτις», σημαίνει, ότι επισημοποίησαν οι δυό πλευρές την αρχική τους συμφωνία.
Μετά το άλλαγμα των δαχτυλιδιών ακολουθούν κεράσματα, φαγοπότι, τραγούδια και χοροί, πού πολλές φορές διαρκούν ως τις πρωινές ώρες.
Την άλλη μέρα στο γραφείο της κοινότητας συντάσσεται και υπογράφεται «του προικουσύμφουνου» (λέγεται και «προικουχάρτ’»). Για να είναι έγκυρο το υπογράφουν, εκτός από τον πατέρα τής νύφης, ό πρόεδρος του χωριού, πού ασφαλώς παίζει το ρόλο του βυζαντινού νοταρίου, και 3 μάρτυρες, όσους δηλαδή απαιτούσε σ’ αυτή την περίπτωση η σχετική βυζαντινή συνήθεια.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 511-512.
Αφού κατά την πρώτη επίσημη συνάντηση των συμπεθέρων στο σπίτι τής νύφης, λίγες μέρες μετά την πρόταση, συζητηθεί το θέμα τής προίκας απ’ όλες τις πλευρές και σ’ όλες τις λεπτομέρειες και εφόσον οι συμπέθεροι μείνουν σύμφωνοι σε όλα, ό γάμος θεωρείται πια βέβαιος. Γι’ αυτό το λόγο στην πρώτη αυτή συνάντηση αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και μετά απ’ αυτή γίνεται και η ανταλλαγή των διάφορων δώρων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι κατά τη συνάντηση αυτή και μετά την οριστική συμφωνία στο θέμα της προίκας, η μάνα του γαμπρού υποχρεωτικά δίνει στη νύφη της «λουγουσήμαδου» (σημάδι για το λόγο πού έδωσαν).Το λογοσήμαδο είναι συνήθως ένα «μαλαματ’κό» (χρυσαφικό). Συνηθίζονται πιο πολύ τα εξής: ένας χρυσός σταυρός, ένα χρυσό «δαχ’λίδ’», ένα φλουρί και άλλα παρόμοια.
Το λογοσήμαδο το λένε και «πρώτου σ’μάδ’» ή «πρώτου κέρασμα», γιατί είναι το πρώτο σημάδι, το πρώτο κέρασμα (δώρο), πού δίνεται μετά την οριστική συμφωνία.
Την ίδια ώρα κατά την επίσημη αυτή συνάντηση δίνει λογοσήμαδο και η μάνα τής νύφης στο γαμπρό. Και στην περίπτωση αυτή το λογοσήμαδο είναι, όπως και στην περίπτωση της νύφης, ένα «μαλαματ’κό» (χρυσή λίρα, φλουρί και τ.τ.).
Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Ο αρραβώνας στην Ίμβρο λέγεται «αρ’βώνα», «αρ’βώνις» και «γιαρ’βώνις».
Οι «γιαρ’βώνις» γίνονται συνήθως μέσα σ’ ένα μήνα από την προξενιά. Γίνονται δε πάντοτε στο σπίτι τής νύφης και οπωσδήποτε βράδυ. Προτιμούν να είναι βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής ή μιας οποιασδήποτε γιορτής. Τις άλλες μέρες δεν κάνουν «γιαρ’βώνις». Αποφεύγουν δε πάντοτε τη Δευτέρα. Υπάρχει πρόληψη ότι «γιαρ’βώνις» πού γίνονται Δευτέρα, «διφτιρών’» (δευτερώνουν), δηλαδή δε στεριώνουν.
Ένα κορίτσι από το συγγενικό περιβάλλον τής νύφης προσκαλεί τους συγγενείς και φίλους τής νύφης Κι’ ένα δεύτερο από το συγγενικό περιβάλλον του γαμπρού προσκαλεί τούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού.
«Απόψι έ’χουμ’ τ’ς αρ’βώνις κι’ άμα έχ’τι την ιφκαρίστησ’, ουρίστι» συνηθίζουν να λένε τα κορίτσια αυτά στις οικογένειες πού προσκαλούν. Κι’ οι προσκαλούμενοι απαντούν: «’φχαριστούμι, θα ‘ρτουμ’», αφού, βέβαια, πρωτύτερα πουν τις σχετικές ευχές. Οι συνηθέστερες για την περίπτωση αυτή είναι οι εξής:
α) «Καλουρίζ’κις οι γιαρ’βώνις κι ζντή μιγάλ’ χαρά» (και στο γάμο να χαρούμε).
β) «Καλουρίζ’κα, και ζντή μιγάλ’ χαρά».
γ) «Καλουρίζ’κις κι στ’ ανώτιρα» (και στο γάμο δηλαδή).
Τα κορίτσια πού τούς προσκαλούν, ευχαριστώντας τότε για τις τόσο θερμές ευχές, αντεύχονται ως εξής: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα πιδγιά σας», όταν, φυσικά, απευθύνονται σε γονείς πού τα παιδιά τους είναι ανύπαντρα. Όταν όμως απευθύνονται σε γονείς, πού έχουν και παντρεμένα και ελεύθερα παιδιά, αντεύχονται: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα υπόλοιπα».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι τούς στενούς συγγενείς δεν τους προσκαλούν τα δυό αυτά κορίτσια, αλλά ό γαμπρός και η νύφη, πηγαίνοντας και οι δυό μαζί.
Στις «γιαρ’βώνις» παίρνει μέρος «κι’ η παπάς» του χωριού, ό οποίος αλλάζει «τσί βιργέτις» (τα δαχτυλίδια). Αν όμως δεν υπάρχει παπάς, τότε τα δαχτυλίδια τα αλλάζει ό πατέρας του γαμπρού. Και σε περίπτωση πού ό γαμπρός είναι ορφανός, τα αλλάζει ό πατέρας τής νύφης ό νουνός.
Στην αρχή «σταυρώνει» τα δαχτυλίδια πάνω σε μιά εικόνα και μετά τα περνάει στα χέρια των μελλονύμφων. Πρώτα περνάει το δαχτυλίδι του γαμπρού και κατόπι τής νύφης.
Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο, ίσως, μέρος του αρραβώνα και γι’ αυτόν το λόγο ή φράση «άλλαξαν τσί βιργέτις», σημαίνει, ότι επισημοποίησαν οι δυό πλευρές την αρχική τους συμφωνία.
Μετά το άλλαγμα των δαχτυλιδιών ακολουθούν κεράσματα, φαγοπότι, τραγούδια και χοροί, πού πολλές φορές διαρκούν ως τις πρωινές ώρες.
Την άλλη μέρα στο γραφείο της κοινότητας συντάσσεται και υπογράφεται «του προικουσύμφουνου» (λέγεται και «προικουχάρτ’»). Για να είναι έγκυρο το υπογράφουν, εκτός από τον πατέρα τής νύφης, ό πρόεδρος του χωριού, πού ασφαλώς παίζει το ρόλο του βυζαντινού νοταρίου, και 3 μάρτυρες, όσους δηλαδή απαιτούσε σ’ αυτή την περίπτωση η σχετική βυζαντινή συνήθεια.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 511-512.
Ετικέτες
αρραβώνας,
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
3/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΠΡΟΞΕΝΙΟ)
Η ΠΡΟΞΕΝΙΑ
Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ό νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα πού θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους τής νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος τής κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δυό νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα.
Τόσο στη μιά, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο πού μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιντής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα πού συνηθίζεται πιο πολύ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες.
Αφού ό προξενητής συζητήσει με τούς ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια τής κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα τής προξενιάς και κατόπιν—ό προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση.
Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιοδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής:
«Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κ’φάλ’ σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μιά δυό μέρες ό προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δε νήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ό προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική).
Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ό προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ μπιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου ντρουξιντή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί πού τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τούς αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τεντζερέ κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»).
Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), πού κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: ή (π.χ.) Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα». Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο:
Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’
κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’.
Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», πού λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μιά κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό ή κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα πού παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά το γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) τής πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μιά κοπέλα στην περίπτωση πού θα αποτύχει σε πρόταση γάμου προς ένα νέο.
Και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ό νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυό οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό πού να ψυχραθούν.
Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση πού θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στενοχωρεθεί ούτε ό ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», πού σημαίνει: Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο. Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο.
Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», πού σημαίνει: Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο.
Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η Τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη τής προτάσεως.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα».
Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μιά για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση πού τούς έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, πού είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στο μέσο και να χαλάσει την προξενιά.
Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ό πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα διαμερίσματα της πατρίδας μας.
Από την ώρα πού οι δυό πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αν, λοιπόν, ό προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τούς γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν τον στέλνει οικογένεια κοπέλας πού διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ό προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τούς επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι («τού ζ’μπιθιρουλόϊ»)—συνήθως στο σπίτι της κοπέλας—και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς τής κοπέλας στους μελλονύμφους. Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, πού έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως ή μάνα — μιάς κοπέλας, πού μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΓΑΜΟ ΗΛΙΚΙΑ
Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια.
Οι κοπέλες σε σύγκριση με τούς άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία• συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια.
Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε... να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα πού τον διακρίνει αποτρέπει τούς νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο:
Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα
κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα.
(Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση τής ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτάρες μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι.
ΔΩΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗ
Αν ό προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται ή πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της.
Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο.
Τα δώρα και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι πού να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 506-511.
Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ό νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα πού θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους τής νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος τής κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δυό νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα.
Τόσο στη μιά, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο πού μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιντής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα πού συνηθίζεται πιο πολύ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες.
Αφού ό προξενητής συζητήσει με τούς ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια τής κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα τής προξενιάς και κατόπιν—ό προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση.
Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιοδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής:
«Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κ’φάλ’ σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μιά δυό μέρες ό προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δε νήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ό προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική).
Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ό προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ μπιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου ντρουξιντή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί πού τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τούς αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τεντζερέ κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»).
Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), πού κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: ή (π.χ.) Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα». Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο:
Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’
κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’.
Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», πού λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μιά κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό ή κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα πού παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά το γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) τής πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μιά κοπέλα στην περίπτωση πού θα αποτύχει σε πρόταση γάμου προς ένα νέο.
Και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ό νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυό οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό πού να ψυχραθούν.
Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση πού θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στενοχωρεθεί ούτε ό ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», πού σημαίνει: Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο. Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο.
Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», πού σημαίνει: Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο.
Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η Τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη τής προτάσεως.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα».
Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μιά για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση πού τούς έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, πού είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στο μέσο και να χαλάσει την προξενιά.
Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ό πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα διαμερίσματα της πατρίδας μας.
Από την ώρα πού οι δυό πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αν, λοιπόν, ό προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τούς γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν τον στέλνει οικογένεια κοπέλας πού διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ό προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τούς επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι («τού ζ’μπιθιρουλόϊ»)—συνήθως στο σπίτι της κοπέλας—και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς τής κοπέλας στους μελλονύμφους. Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, πού έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως ή μάνα — μιάς κοπέλας, πού μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΓΑΜΟ ΗΛΙΚΙΑ
Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια.
Οι κοπέλες σε σύγκριση με τούς άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία• συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια.
Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε... να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα πού τον διακρίνει αποτρέπει τούς νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο:
Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα
κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα.
(Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση τής ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτάρες μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι.
ΔΩΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗ
Αν ό προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται ή πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της.
Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο.
Τα δώρα και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι πού να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 506-511.
Ετικέτες
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης,
προξενιό
28/4/10
Ο ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικροπανδρεμμένος
το Μάη αμπέλι φύτευε, το Μάη γυναίκα πήρε,
το Μάη τον ήρθε μήνυμα, να πάγη στο σεφέρι.
- Μάννα μου, την καλούδα μου καλά να την φυλάγης.
Μήλο να τρώγη το πωρνό, ρόδι το μεσημέρι
Στου ήλιου το βασίλεμα να τρώγη περιστέρι.
Ακόμη δεν εξήβγηκε κάνεν δυο μίλλια αλάργα
κ’ εις τη σκαρή την έβαλε, κι’ ανδρίκια την ξουρίζη.
Τη δίνει πέντε πρόβατα και δέκα πέντε γίδια,
τη δίνει και μισό ψωμί, και δεκοχτώ κρομμύδια
τρίγια σκυλιά λαγωνικά κι’ αργυρομανικάτα.
- Αν δεν τα πας στα εκατό, και αν δε τα πας στα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά να πας στα εβδομήντα,
στον κάμπο να μη κατηβής νερό και τα ποτίσης.
Αν ήθελεν η μοίρα της και η καλή της τύχη,
τα πήγε κ’ εις τα εκατό, τα πήγε κ’ εις τα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά τα πήγε στα βδομήντα.
Στον κάμπο τα κατέβασε νερό να τα ποτίση.
Κι’ ο Κωσταντίνος έρχεται από βαρύ ταξείδι.
- Φύλακ’, ανάουρε νερό να πιουν τα διψασμένα,
να πιω κ’ εγώ κι’ ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα στάμνες έσυρε και δεν αναντρανίζει,,
τα δάκρυα την παίρνουνε και στειρεμμό δεν έχουν.
- Φύλακα, το σταμνί είν’ βαρύ, γιά το νερό λυπάσια;
Και κείνη αποκρίθηκε με το καϋμέν’ αχείλι.
- Μήτε η στάμνα μου βαρειά, μήδε νερό λυπούμαι,
μόν’ άνδρα έχω σεφερλή, λείπει δώδεκα χρόνια.
- Ποιανού ένι τα πρόβατα, ποιανού ένι τα γίδια,
ποιανού ένι κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει;
- Του Κωσταντή ’ν’ τα πρόβατα, του Κωσταντή ’ν’ τα γίδια,
του Κωσταντή και τα σκυλιά τ’ αργυρομανικάτα,
του Κωσταντή κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει.
Και τότε την εγνώρισε πως ένι η καλή του.
Στον μαύρο την ανέβασε, στο σπίτι την εκρύβγει.
Την μάννα του ερώτησε – Μάννα πού ’ν’ η καλή μου;
- Στην γειτονιά εδιάβηκε, τώρα θέλει να έρτη.
- Μάννα πού ’ν’ η καλούδα μου, πού ’νε οι οφθαλμοί μου;
- Κείνη γυιέ μου απόθανε. – Δείξε μου το μνημόρι.
- Κείνο γυιέ μου χορτάριασε και πλειο δεν φανερώνει.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 101-102.
το Μάη αμπέλι φύτευε, το Μάη γυναίκα πήρε,
το Μάη τον ήρθε μήνυμα, να πάγη στο σεφέρι.
- Μάννα μου, την καλούδα μου καλά να την φυλάγης.
Μήλο να τρώγη το πωρνό, ρόδι το μεσημέρι
Στου ήλιου το βασίλεμα να τρώγη περιστέρι.
Ακόμη δεν εξήβγηκε κάνεν δυο μίλλια αλάργα
κ’ εις τη σκαρή την έβαλε, κι’ ανδρίκια την ξουρίζη.
Τη δίνει πέντε πρόβατα και δέκα πέντε γίδια,
τη δίνει και μισό ψωμί, και δεκοχτώ κρομμύδια
τρίγια σκυλιά λαγωνικά κι’ αργυρομανικάτα.
- Αν δεν τα πας στα εκατό, και αν δε τα πας στα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά να πας στα εβδομήντα,
στον κάμπο να μη κατηβής νερό και τα ποτίσης.
Αν ήθελεν η μοίρα της και η καλή της τύχη,
τα πήγε κ’ εις τα εκατό, τα πήγε κ’ εις τα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά τα πήγε στα βδομήντα.
Στον κάμπο τα κατέβασε νερό να τα ποτίση.
Κι’ ο Κωσταντίνος έρχεται από βαρύ ταξείδι.
- Φύλακ’, ανάουρε νερό να πιουν τα διψασμένα,
να πιω κ’ εγώ κι’ ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα στάμνες έσυρε και δεν αναντρανίζει,,
τα δάκρυα την παίρνουνε και στειρεμμό δεν έχουν.
- Φύλακα, το σταμνί είν’ βαρύ, γιά το νερό λυπάσια;
Και κείνη αποκρίθηκε με το καϋμέν’ αχείλι.
- Μήτε η στάμνα μου βαρειά, μήδε νερό λυπούμαι,
μόν’ άνδρα έχω σεφερλή, λείπει δώδεκα χρόνια.
- Ποιανού ένι τα πρόβατα, ποιανού ένι τα γίδια,
ποιανού ένι κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει;
- Του Κωσταντή ’ν’ τα πρόβατα, του Κωσταντή ’ν’ τα γίδια,
του Κωσταντή και τα σκυλιά τ’ αργυρομανικάτα,
του Κωσταντή κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει.
Και τότε την εγνώρισε πως ένι η καλή του.
Στον μαύρο την ανέβασε, στο σπίτι την εκρύβγει.
Την μάννα του ερώτησε – Μάννα πού ’ν’ η καλή μου;
- Στην γειτονιά εδιάβηκε, τώρα θέλει να έρτη.
- Μάννα πού ’ν’ η καλούδα μου, πού ’νε οι οφθαλμοί μου;
- Κείνη γυιέ μου απόθανε. – Δείξε μου το μνημόρι.
- Κείνο γυιέ μου χορτάριασε και πλειο δεν φανερώνει.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 101-102.
17/4/10
ΤΟ ΦΡΑΓΚΟΠΗΔΗΜΑ (Λαϊκή Ιστορία της Ίμβρου)
Τον Μεσαίωνα, η Ίμβρος τράβηξε πολλά από τις επιδρομές των πειρατών.
Μια μέρα πειρατικά καράβια πλησίαζαν το λιμάνι του Κάστρου. Οι κάτοικοι πήραν όσα υπάρχοντα μπορούσαν μαζί τους και κρύφτηκαν στα βουνά. Οι πειρατές (Φράγκοι) έκλεψαν και έσπασαν τα πάντα. Ούτε τα ζώα δεν γλύτωσαν. Τ έσφαξαν και τα έτρωγαν για τρες ημέρες. Οι Ίμβριοι έβλεπαν το πλιάτσικο και παρακαλούσαν τον Θεό να τους βοηθήσει. Μετά τις τρεις ημέρες τα περισσότερα καράβια έφυγαν, αλλά ένα έμεινε στο λιμάνι. Ένας ξένος φιλάργυρος, πήγε στον καπετάνιο και του είπε, ότι ξέρει που έκρυψαν τους θυσαυρούς τους οι Ίμβριοι κι ότι αν του έβγαζαν μερίδιο θα τους βοηθούσε. Ο καπετάνιος συμφώνησε και η συμφωνία τους έλεγε να ξανυχτούν στην θάλασσα και τα μεσάνυχτα να γυρίσουν και θα τους περίμενε ο ίδιος να τους οδηγήσει στο μοναστήρι του Άη Δημήτρη όπου είχαν κρύψει ότι θυσαυρό είχαν.
Έτσι κι έγινε. Τα μεσάνυχτα γύρισαν οι πειρατές, αλλά αντί για τον ρουφιάνο, βρήκαν έναν χαμογελαστό σεβάσμιο γέροντα μ'ένα λαδοφάναρο. Ο γέρος τους είπε ότι ο ρουφιάνος είχε πάει στο μοναστήρι για να πλανέψει τους φύλακες. Τους είπε να τον ακολουθήσουν ένας - ένας στη σειρά γιατί το μονοπάτι ήταν στενό και λόγω του σκοταδιού εύκολα θα γλύστραγε καποιος στα βράχια. Έφτασαν σ'ένα ύψωμα όπου το μονοπάτι είχε ένα άνοιγμα και ο γέρος τους είπε ότι έπρεπε να πηδήξουν απέναντι γιατί το μονοπάτι τελείωνε. Τους είπε να μην φοβούνται γιατί το άνοιγμα είναι στενό και με μια δρασκελιά ο γέρος πέρασε απέναντι. Τον ακολούθησαν οι Φράγκοι και ένας- ένας μέχρι τον τελευταίο έπεσαν μέσα στο άνοιγμα το οποίο ήταν ένα φαράγγι 5 μέτρα φαρδύ και 20 μέτρα βαθύ και σκοτόθηκαν όλοι. Ο γέροντας πήγε στο μοναστήρι, τους είπε τι έγινε, να μην ανυσηχούν κι ότι θα βρουν τον προδότη νεκρό σ'ένα μικρό όρμο. Όταν τελείωσε τα λόγια του ο γέροντας, οι Ίμβριοι είδαν με έκπληξη ότι ο γέροντας μεταμορφώθηκε στον Άη Δημήτρη. Έπεσαν στα πόδια του να τον προσκυνήσουν αλλά ο Άγιος εξαφανίστηκε. Από τότε η περιοχή αυτή λέγεται Φραγκοπηδημα και το πανηγύρι που γίνεται στο μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου ονομάζεται Φραγκοπανάγυρο.
Πηγή: kokkinakis service
Μια μέρα πειρατικά καράβια πλησίαζαν το λιμάνι του Κάστρου. Οι κάτοικοι πήραν όσα υπάρχοντα μπορούσαν μαζί τους και κρύφτηκαν στα βουνά. Οι πειρατές (Φράγκοι) έκλεψαν και έσπασαν τα πάντα. Ούτε τα ζώα δεν γλύτωσαν. Τ έσφαξαν και τα έτρωγαν για τρες ημέρες. Οι Ίμβριοι έβλεπαν το πλιάτσικο και παρακαλούσαν τον Θεό να τους βοηθήσει. Μετά τις τρεις ημέρες τα περισσότερα καράβια έφυγαν, αλλά ένα έμεινε στο λιμάνι. Ένας ξένος φιλάργυρος, πήγε στον καπετάνιο και του είπε, ότι ξέρει που έκρυψαν τους θυσαυρούς τους οι Ίμβριοι κι ότι αν του έβγαζαν μερίδιο θα τους βοηθούσε. Ο καπετάνιος συμφώνησε και η συμφωνία τους έλεγε να ξανυχτούν στην θάλασσα και τα μεσάνυχτα να γυρίσουν και θα τους περίμενε ο ίδιος να τους οδηγήσει στο μοναστήρι του Άη Δημήτρη όπου είχαν κρύψει ότι θυσαυρό είχαν.
Έτσι κι έγινε. Τα μεσάνυχτα γύρισαν οι πειρατές, αλλά αντί για τον ρουφιάνο, βρήκαν έναν χαμογελαστό σεβάσμιο γέροντα μ'ένα λαδοφάναρο. Ο γέρος τους είπε ότι ο ρουφιάνος είχε πάει στο μοναστήρι για να πλανέψει τους φύλακες. Τους είπε να τον ακολουθήσουν ένας - ένας στη σειρά γιατί το μονοπάτι ήταν στενό και λόγω του σκοταδιού εύκολα θα γλύστραγε καποιος στα βράχια. Έφτασαν σ'ένα ύψωμα όπου το μονοπάτι είχε ένα άνοιγμα και ο γέρος τους είπε ότι έπρεπε να πηδήξουν απέναντι γιατί το μονοπάτι τελείωνε. Τους είπε να μην φοβούνται γιατί το άνοιγμα είναι στενό και με μια δρασκελιά ο γέρος πέρασε απέναντι. Τον ακολούθησαν οι Φράγκοι και ένας- ένας μέχρι τον τελευταίο έπεσαν μέσα στο άνοιγμα το οποίο ήταν ένα φαράγγι 5 μέτρα φαρδύ και 20 μέτρα βαθύ και σκοτόθηκαν όλοι. Ο γέροντας πήγε στο μοναστήρι, τους είπε τι έγινε, να μην ανυσηχούν κι ότι θα βρουν τον προδότη νεκρό σ'ένα μικρό όρμο. Όταν τελείωσε τα λόγια του ο γέροντας, οι Ίμβριοι είδαν με έκπληξη ότι ο γέροντας μεταμορφώθηκε στον Άη Δημήτρη. Έπεσαν στα πόδια του να τον προσκυνήσουν αλλά ο Άγιος εξαφανίστηκε. Από τότε η περιοχή αυτή λέγεται Φραγκοπηδημα και το πανηγύρι που γίνεται στο μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου ονομάζεται Φραγκοπανάγυρο.
Πηγή: kokkinakis service
30/3/10
Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΣΤΗΝ ΙΜΒΡΟ

Πολύ σημαντική ήταν για τους Ιμβρίους η Μεγάλη Βδομάδα. Γεμάτοι δέος, πίστη και κατάνυξη πήγαιναν στην Εκκλησία και προσευχόταν ευχαριστώντας τον Κύριο για το έλεός του. Την Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες έβαφαν τα κόκκινα αβγά και γι' αυτό την έλεγαν και Κόκκιν' Πέφτ'. Τα αβγά τα έβαφαν από την ρίζα του φυτού μπουγιά, την οποία έλεγαν ρ'ζάρ'. Τα έβαφαν κόκκινα για να συμβολίζουν το αίμα του Χριστού που σταυρώθηκε καθώς και το αίμα από την καρδιά της Παναγίας που έκλαιγε για τον γιο της.
Ένα από τα κόκκινα αβγά το κρατούσαν καθ' όλη την διάρκεια του χρόνου φυλαγμένο στο εικονοστάσι. Αυτό το θεωρούσαν ως σύμβολο της γονιμότητας και το έβαζαν πάνω στην κοιλιά είτε της στείρας γυναίκας για να κάνει παιδί είτε της δύστοκης για να γεννήσει εύκολα είτε εκείνης που φοβόταν μήπως αποβάλει.
Παλιότερα, το βράδυ της Κόκκιν'ς Πέφτ'ς στόλιζαν ένα φαναράκι με βάγιες και έβγαιναν στους δρόμους λέγοντας το παρακάτω τραγούδι:
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα τ' άστρα θλίβονται και το φεγγάρι κλαίγει.
Πάει στη μάνα του ο γιος θολός και βουρκωμένος
κι η μάνα του τον ερωτά κι η μάνα του του λέει.
- Γιε μου, με τ' άστρα μάλωσες, γιε μου, με το φεγγάρι,
γιε μου, με τον αυγερινό, που πάει και βασιλεύει;
- Μηδέ με τ' άστρα μάλωσα, μηδέ με το φεγγάρι,
μηδέ με τον αυγερινό που πάει και βασιλεύει.
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα και τη βαθιά αυγίτσα,
ακούει τις πόρτες που χτυπούν και τα κλειδιά γυρίζουν.
- Ποιος είν' αυτός, όπου χτυπά την πόρτα μου και τα κλειδιά γυρίζει;
- Εγώ 'μαι ο Απόστολος ο πρώτος μαθητής σου.
- Δεν είσαι συ ο Απόστολος και πρώτος μαθητής μου,
μόν' είσαι συ ο διάβολος κι ήρτες να με προδώσεις.
Εμείς οι τρεις, οι τέσσερις κι οι άλλοι δεκατέσσερις
την πόλη τη γυρίσαμε, το βασιλέ δεν ήβραμε.
Ετικέτες
δημοτικό τραγούδι,
ήθη και έθιμα,
Ίμβρος,
κόκκινα αβγά,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
Μεγάλη Πέμπτη,
Πάσχα
28/3/10
ΤΩ ΒΑΓΙΩ ΣΤΗΝ ΙΜΒΡΟ
Οι γιορτές του Πάσχα άρχιζαν τη Βαγιοβδομάδα. Βαγιοβδομάδα έλεγαν τη βδομάδα που προηγείτο της Κυριακής των Βαίων και ήταν αφιερωμένη στις προετοιμασίες του Πάσχα.
Το Σάββατο του Λαζάρου, η Λαζαροσάββατο έκλεινε το κύκλος της δουλειάς και άρχιζε η περίοδος της προσευχής. Πρώτο σημάδι πως μπαίναμε στη Μεγάλη Βδομάδα οι βάγιες. Γέμιζαν οι νάρθηκες και οι αυλές των εκκλησιών με καταπράσινα λυγερά βλαστάρια μυρίνας, τα "βάγια". Ολα τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς έφερναν από ένα φορτίο με το ζώο τους βάγιες, έτσι το ήθελε η παράδοση.
Την άλλη μέρα, Κυριακή τω Βαγιώ, όλοι έβγαιναν απ' την εκκλησιά με μια αγκαλιά βάγια. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον, χτυπώντας ελαφρά την πλάτη με τα πράσινα κλαδιά, και εύχονταν: " Και του χρόνου και καλό Πάσχα". Μετά το χαιρετισμό οι πρώτοι που δέχονταν τη χαρά του "Ωσαννά" ήταν οι νεκροί. Ολοι επισκέπτονταν τους τάφους των δικών τους και άφηναν πάνω στο "σταυρό" η την "ταφόπετρα" ένα κλαδί βάγιας. Στο σπίτι έκαναν ένα σταυρό με βάγια και τον κάρφωναν στο ανώφλι της πόρτας. Εκεί θα έμενε όλο το χρόνο φυλαχτό από το κακό μάτι και την κακιά ώρα. Ενα κλαδί κρέμαζαν επίσης στην πόρτα του σταύλου, της μάντρας, του κήπου.
Πηγή: Νόστιμον Ήμαρ
Το Σάββατο του Λαζάρου, η Λαζαροσάββατο έκλεινε το κύκλος της δουλειάς και άρχιζε η περίοδος της προσευχής. Πρώτο σημάδι πως μπαίναμε στη Μεγάλη Βδομάδα οι βάγιες. Γέμιζαν οι νάρθηκες και οι αυλές των εκκλησιών με καταπράσινα λυγερά βλαστάρια μυρίνας, τα "βάγια". Ολα τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς έφερναν από ένα φορτίο με το ζώο τους βάγιες, έτσι το ήθελε η παράδοση.
Την άλλη μέρα, Κυριακή τω Βαγιώ, όλοι έβγαιναν απ' την εκκλησιά με μια αγκαλιά βάγια. Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον, χτυπώντας ελαφρά την πλάτη με τα πράσινα κλαδιά, και εύχονταν: " Και του χρόνου και καλό Πάσχα". Μετά το χαιρετισμό οι πρώτοι που δέχονταν τη χαρά του "Ωσαννά" ήταν οι νεκροί. Ολοι επισκέπτονταν τους τάφους των δικών τους και άφηναν πάνω στο "σταυρό" η την "ταφόπετρα" ένα κλαδί βάγιας. Στο σπίτι έκαναν ένα σταυρό με βάγια και τον κάρφωναν στο ανώφλι της πόρτας. Εκεί θα έμενε όλο το χρόνο φυλαχτό από το κακό μάτι και την κακιά ώρα. Ενα κλαδί κρέμαζαν επίσης στην πόρτα του σταύλου, της μάντρας, του κήπου.
Πηγή: Νόστιμον Ήμαρ
Ετικέτες
Βαΐων,
ήθη και έθιμα,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Πάσχα,
πασχαλινά έθιμα
19/2/10
ΣΤΟΧΟΙ - ΜΕΣΑ
Καλώς ήρθατε στο ιστολόγιο για τον λαϊκό πολιτισμό της Ίμβρου.
Εδώ θα βρίσκετε θέματα που σχετίζονται αποκλειστικά με το ιμβριακό γλωσσικό ιδίωμα καθώς και τα ιμβριακά ήθη-έθιμα.
Στόχος μας είναι η προβολή και κατά το δυνατό διατήρηση - έστω και στην μνήμη - της πλούσιας ιμβριακής λαϊκής παράδοσης καθώς και η διευκόλυνση οποιουδήπτε ασχολείται τόσο σε ερευνητικό-επιστημονικό όσο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο με θέματα γλωσσολογικά και λαογραφικά που άπτονται άμεσα ή έμμεσα της Ίμβρου
Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω στόχου θα προβάλλεται από το ιστολόγιο κάθε είδος βιβλιογραφικού δεδομένου καθώς και κειμένων (πρωτότυπων ή/και δημοσιευμένων), εκδηλώσεων, εκδόσεων, δραστηριοτήτων και φυσικά σχολίων που σχετίζονται με τον λαϊκό πολιτισμό της Ίμβρου.
Στην προσπάθειά μας αυτή, η συμβολή όλων είναι ευπρόσδεκτη και αναγκαία. Και μπορεί ασφαλώς να εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως:
α) Με την τροφοδότηση του ιστολογίου με σχετικά (γλωσσολογικά-λαογραφικά) θέματα της Ίμβρου ώστε να προβληθούν κι αυτά με την σειρά τους (με δήλωση ασφαλώς της πηγής τους).
β) Με την διατύπωση σχολίων, προτάσεων, απόψεων, κ.λπ.
γ) Με την προβολή και διάδοση του ιστολογίου.
δ) Με την απλή επίσκεψη και ανάγνωση των κειμένων του ιστολογίου.
Εύχομαι το νέο αυτό ιστολόγιο να προσθέσει έστω ένα μικρό λιθαράκι στην διατήρηση, προβολή και μελέτη του ιμβριακού λαϊκού πολιτισμού.
Εδώ θα βρίσκετε θέματα που σχετίζονται αποκλειστικά με το ιμβριακό γλωσσικό ιδίωμα καθώς και τα ιμβριακά ήθη-έθιμα.
Στόχος μας είναι η προβολή και κατά το δυνατό διατήρηση - έστω και στην μνήμη - της πλούσιας ιμβριακής λαϊκής παράδοσης καθώς και η διευκόλυνση οποιουδήπτε ασχολείται τόσο σε ερευνητικό-επιστημονικό όσο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο με θέματα γλωσσολογικά και λαογραφικά που άπτονται άμεσα ή έμμεσα της Ίμβρου
Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω στόχου θα προβάλλεται από το ιστολόγιο κάθε είδος βιβλιογραφικού δεδομένου καθώς και κειμένων (πρωτότυπων ή/και δημοσιευμένων), εκδηλώσεων, εκδόσεων, δραστηριοτήτων και φυσικά σχολίων που σχετίζονται με τον λαϊκό πολιτισμό της Ίμβρου.
Στην προσπάθειά μας αυτή, η συμβολή όλων είναι ευπρόσδεκτη και αναγκαία. Και μπορεί ασφαλώς να εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως:
α) Με την τροφοδότηση του ιστολογίου με σχετικά (γλωσσολογικά-λαογραφικά) θέματα της Ίμβρου ώστε να προβληθούν κι αυτά με την σειρά τους (με δήλωση ασφαλώς της πηγής τους).
β) Με την διατύπωση σχολίων, προτάσεων, απόψεων, κ.λπ.
γ) Με την προβολή και διάδοση του ιστολογίου.
δ) Με την απλή επίσκεψη και ανάγνωση των κειμένων του ιστολογίου.
Εύχομαι το νέο αυτό ιστολόγιο να προσθέσει έστω ένα μικρό λιθαράκι στην διατήρηση, προβολή και μελέτη του ιμβριακού λαϊκού πολιτισμού.
Ετικέτες
γλωσσολογία,
διαλεκτολογία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
μέσα,
Μικρά Ασία,
στοχοθεσία,
στόχοι,
τρόπος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)