αγαλιά: ο σκίουρος
αθύμαρους: το θυμάρι
αλόρτους: όρθιος
άλ'πας: γη φτωχή και άκαρπη
ανημπουράδα: ασθένεια
απανουμιά: απάνεμο μέρος
απ'κάζου: μυρίζομαι
αραγίδα: νεράιδα
ασγαλώνω: σκαλώνω, κρεμάζομαι
β'νιά: κοπριά
ζαίνου: βρωμώ
ζούμπιρα: τα ζώα
κατράγκαθους: αράχνη
κατσιπουδιά: κακοτυχία, αναποδιά
κούτλους: χωρίς κέρατα
κουτσνίδα: τσουκνίδα
κρατούνα: νεροκολοκύθα
μάνι-μάνι: γρήγορα
μουντέρνω: ορμώ, επιτίθεμαι
μπόλι: ελιά (το δέντρο)
ξισιάζου: περιποιούμαι
ξιταφώνου: εξολοθρεύω
τραπουδίζω: βάζω τρικλοποδιά
τρόχαλος: μάντρα πέτρινη, τοίχος
ψιακή: πικρή, δηλητήριο
γουρτζέλι: γουρουνάκι
Πηγή: Kokkinakis service
17/5/10
14/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (Η ΠΡΟΙΚΑ)
Αναφέραμε πιο πάνω, μιλώντας για την κατάλληλη για γάμο ηλικία, ότι οι κοπέλες αρραβωνιάζονται κατά κανόνα αφού συμπληρώσουν το 17ο χρόνο τής ηλικίας τους. Ο γονείς τους όμως φροντίζουν να ετοιμάσουν το μεγαλύτερο τουλάχιστο μέρος τής προίκας πολύ νωρίτερα, συνήθως μόλις τα κορίτσια τους συμπληρώσουν τα δέκα χρόνια. Και, φυσικά, όσο περνούν τα χρόνια, άλλο τόσο μεγαλώνουν και ο φροντίδες των γονέων για την ολοκλήρωση τής προίκας. Ύστερα μάλιστα από τις «γιαρ’βώνις» επισπεύδουν τις ετοιμασίες, ώστε η μέρα του γάμου να είναι έτοιμη όλη η προίκα, πού υποσχέθηκαν να δώσουν στους νεονύμφους.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Ετικέτες
αρραβώνας,
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
10/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ)
«ΤΟΥ ΛΟΥΓΟΥΣΗΜΑΔΟΥ»
Αφού κατά την πρώτη επίσημη συνάντηση των συμπεθέρων στο σπίτι τής νύφης, λίγες μέρες μετά την πρόταση, συζητηθεί το θέμα τής προίκας απ’ όλες τις πλευρές και σ’ όλες τις λεπτομέρειες και εφόσον οι συμπέθεροι μείνουν σύμφωνοι σε όλα, ό γάμος θεωρείται πια βέβαιος. Γι’ αυτό το λόγο στην πρώτη αυτή συνάντηση αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και μετά απ’ αυτή γίνεται και η ανταλλαγή των διάφορων δώρων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι κατά τη συνάντηση αυτή και μετά την οριστική συμφωνία στο θέμα της προίκας, η μάνα του γαμπρού υποχρεωτικά δίνει στη νύφη της «λουγουσήμαδου» (σημάδι για το λόγο πού έδωσαν).Το λογοσήμαδο είναι συνήθως ένα «μαλαματ’κό» (χρυσαφικό). Συνηθίζονται πιο πολύ τα εξής: ένας χρυσός σταυρός, ένα χρυσό «δαχ’λίδ’», ένα φλουρί και άλλα παρόμοια.
Το λογοσήμαδο το λένε και «πρώτου σ’μάδ’» ή «πρώτου κέρασμα», γιατί είναι το πρώτο σημάδι, το πρώτο κέρασμα (δώρο), πού δίνεται μετά την οριστική συμφωνία.
Την ίδια ώρα κατά την επίσημη αυτή συνάντηση δίνει λογοσήμαδο και η μάνα τής νύφης στο γαμπρό. Και στην περίπτωση αυτή το λογοσήμαδο είναι, όπως και στην περίπτωση της νύφης, ένα «μαλαματ’κό» (χρυσή λίρα, φλουρί και τ.τ.).
Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Ο αρραβώνας στην Ίμβρο λέγεται «αρ’βώνα», «αρ’βώνις» και «γιαρ’βώνις».
Οι «γιαρ’βώνις» γίνονται συνήθως μέσα σ’ ένα μήνα από την προξενιά. Γίνονται δε πάντοτε στο σπίτι τής νύφης και οπωσδήποτε βράδυ. Προτιμούν να είναι βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής ή μιας οποιασδήποτε γιορτής. Τις άλλες μέρες δεν κάνουν «γιαρ’βώνις». Αποφεύγουν δε πάντοτε τη Δευτέρα. Υπάρχει πρόληψη ότι «γιαρ’βώνις» πού γίνονται Δευτέρα, «διφτιρών’» (δευτερώνουν), δηλαδή δε στεριώνουν.
Ένα κορίτσι από το συγγενικό περιβάλλον τής νύφης προσκαλεί τους συγγενείς και φίλους τής νύφης Κι’ ένα δεύτερο από το συγγενικό περιβάλλον του γαμπρού προσκαλεί τούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού.
«Απόψι έ’χουμ’ τ’ς αρ’βώνις κι’ άμα έχ’τι την ιφκαρίστησ’, ουρίστι» συνηθίζουν να λένε τα κορίτσια αυτά στις οικογένειες πού προσκαλούν. Κι’ οι προσκαλούμενοι απαντούν: «’φχαριστούμι, θα ‘ρτουμ’», αφού, βέβαια, πρωτύτερα πουν τις σχετικές ευχές. Οι συνηθέστερες για την περίπτωση αυτή είναι οι εξής:
α) «Καλουρίζ’κις οι γιαρ’βώνις κι ζντή μιγάλ’ χαρά» (και στο γάμο να χαρούμε).
β) «Καλουρίζ’κα, και ζντή μιγάλ’ χαρά».
γ) «Καλουρίζ’κις κι στ’ ανώτιρα» (και στο γάμο δηλαδή).
Τα κορίτσια πού τούς προσκαλούν, ευχαριστώντας τότε για τις τόσο θερμές ευχές, αντεύχονται ως εξής: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα πιδγιά σας», όταν, φυσικά, απευθύνονται σε γονείς πού τα παιδιά τους είναι ανύπαντρα. Όταν όμως απευθύνονται σε γονείς, πού έχουν και παντρεμένα και ελεύθερα παιδιά, αντεύχονται: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα υπόλοιπα».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι τούς στενούς συγγενείς δεν τους προσκαλούν τα δυό αυτά κορίτσια, αλλά ό γαμπρός και η νύφη, πηγαίνοντας και οι δυό μαζί.
Στις «γιαρ’βώνις» παίρνει μέρος «κι’ η παπάς» του χωριού, ό οποίος αλλάζει «τσί βιργέτις» (τα δαχτυλίδια). Αν όμως δεν υπάρχει παπάς, τότε τα δαχτυλίδια τα αλλάζει ό πατέρας του γαμπρού. Και σε περίπτωση πού ό γαμπρός είναι ορφανός, τα αλλάζει ό πατέρας τής νύφης ό νουνός.
Στην αρχή «σταυρώνει» τα δαχτυλίδια πάνω σε μιά εικόνα και μετά τα περνάει στα χέρια των μελλονύμφων. Πρώτα περνάει το δαχτυλίδι του γαμπρού και κατόπι τής νύφης.
Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο, ίσως, μέρος του αρραβώνα και γι’ αυτόν το λόγο ή φράση «άλλαξαν τσί βιργέτις», σημαίνει, ότι επισημοποίησαν οι δυό πλευρές την αρχική τους συμφωνία.
Μετά το άλλαγμα των δαχτυλιδιών ακολουθούν κεράσματα, φαγοπότι, τραγούδια και χοροί, πού πολλές φορές διαρκούν ως τις πρωινές ώρες.
Την άλλη μέρα στο γραφείο της κοινότητας συντάσσεται και υπογράφεται «του προικουσύμφουνου» (λέγεται και «προικουχάρτ’»). Για να είναι έγκυρο το υπογράφουν, εκτός από τον πατέρα τής νύφης, ό πρόεδρος του χωριού, πού ασφαλώς παίζει το ρόλο του βυζαντινού νοταρίου, και 3 μάρτυρες, όσους δηλαδή απαιτούσε σ’ αυτή την περίπτωση η σχετική βυζαντινή συνήθεια.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 511-512.
Αφού κατά την πρώτη επίσημη συνάντηση των συμπεθέρων στο σπίτι τής νύφης, λίγες μέρες μετά την πρόταση, συζητηθεί το θέμα τής προίκας απ’ όλες τις πλευρές και σ’ όλες τις λεπτομέρειες και εφόσον οι συμπέθεροι μείνουν σύμφωνοι σε όλα, ό γάμος θεωρείται πια βέβαιος. Γι’ αυτό το λόγο στην πρώτη αυτή συνάντηση αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και μετά απ’ αυτή γίνεται και η ανταλλαγή των διάφορων δώρων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί, ότι κατά τη συνάντηση αυτή και μετά την οριστική συμφωνία στο θέμα της προίκας, η μάνα του γαμπρού υποχρεωτικά δίνει στη νύφη της «λουγουσήμαδου» (σημάδι για το λόγο πού έδωσαν).Το λογοσήμαδο είναι συνήθως ένα «μαλαματ’κό» (χρυσαφικό). Συνηθίζονται πιο πολύ τα εξής: ένας χρυσός σταυρός, ένα χρυσό «δαχ’λίδ’», ένα φλουρί και άλλα παρόμοια.
Το λογοσήμαδο το λένε και «πρώτου σ’μάδ’» ή «πρώτου κέρασμα», γιατί είναι το πρώτο σημάδι, το πρώτο κέρασμα (δώρο), πού δίνεται μετά την οριστική συμφωνία.
Την ίδια ώρα κατά την επίσημη αυτή συνάντηση δίνει λογοσήμαδο και η μάνα τής νύφης στο γαμπρό. Και στην περίπτωση αυτή το λογοσήμαδο είναι, όπως και στην περίπτωση της νύφης, ένα «μαλαματ’κό» (χρυσή λίρα, φλουρί και τ.τ.).
Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Ο αρραβώνας στην Ίμβρο λέγεται «αρ’βώνα», «αρ’βώνις» και «γιαρ’βώνις».
Οι «γιαρ’βώνις» γίνονται συνήθως μέσα σ’ ένα μήνα από την προξενιά. Γίνονται δε πάντοτε στο σπίτι τής νύφης και οπωσδήποτε βράδυ. Προτιμούν να είναι βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής ή μιας οποιασδήποτε γιορτής. Τις άλλες μέρες δεν κάνουν «γιαρ’βώνις». Αποφεύγουν δε πάντοτε τη Δευτέρα. Υπάρχει πρόληψη ότι «γιαρ’βώνις» πού γίνονται Δευτέρα, «διφτιρών’» (δευτερώνουν), δηλαδή δε στεριώνουν.
Ένα κορίτσι από το συγγενικό περιβάλλον τής νύφης προσκαλεί τους συγγενείς και φίλους τής νύφης Κι’ ένα δεύτερο από το συγγενικό περιβάλλον του γαμπρού προσκαλεί τούς συγγενείς και φίλους του γαμπρού.
«Απόψι έ’χουμ’ τ’ς αρ’βώνις κι’ άμα έχ’τι την ιφκαρίστησ’, ουρίστι» συνηθίζουν να λένε τα κορίτσια αυτά στις οικογένειες πού προσκαλούν. Κι’ οι προσκαλούμενοι απαντούν: «’φχαριστούμι, θα ‘ρτουμ’», αφού, βέβαια, πρωτύτερα πουν τις σχετικές ευχές. Οι συνηθέστερες για την περίπτωση αυτή είναι οι εξής:
α) «Καλουρίζ’κις οι γιαρ’βώνις κι ζντή μιγάλ’ χαρά» (και στο γάμο να χαρούμε).
β) «Καλουρίζ’κα, και ζντή μιγάλ’ χαρά».
γ) «Καλουρίζ’κις κι στ’ ανώτιρα» (και στο γάμο δηλαδή).
Τα κορίτσια πού τούς προσκαλούν, ευχαριστώντας τότε για τις τόσο θερμές ευχές, αντεύχονται ως εξής: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα πιδγιά σας», όταν, φυσικά, απευθύνονται σε γονείς πού τα παιδιά τους είναι ανύπαντρα. Όταν όμως απευθύνονται σε γονείς, πού έχουν και παντρεμένα και ελεύθερα παιδιά, αντεύχονται: «Κι σας να σας αξιώσ’ στα υπόλοιπα».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι τούς στενούς συγγενείς δεν τους προσκαλούν τα δυό αυτά κορίτσια, αλλά ό γαμπρός και η νύφη, πηγαίνοντας και οι δυό μαζί.
Στις «γιαρ’βώνις» παίρνει μέρος «κι’ η παπάς» του χωριού, ό οποίος αλλάζει «τσί βιργέτις» (τα δαχτυλίδια). Αν όμως δεν υπάρχει παπάς, τότε τα δαχτυλίδια τα αλλάζει ό πατέρας του γαμπρού. Και σε περίπτωση πού ό γαμπρός είναι ορφανός, τα αλλάζει ό πατέρας τής νύφης ό νουνός.
Στην αρχή «σταυρώνει» τα δαχτυλίδια πάνω σε μιά εικόνα και μετά τα περνάει στα χέρια των μελλονύμφων. Πρώτα περνάει το δαχτυλίδι του γαμπρού και κατόπι τής νύφης.
Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο, ίσως, μέρος του αρραβώνα και γι’ αυτόν το λόγο ή φράση «άλλαξαν τσί βιργέτις», σημαίνει, ότι επισημοποίησαν οι δυό πλευρές την αρχική τους συμφωνία.
Μετά το άλλαγμα των δαχτυλιδιών ακολουθούν κεράσματα, φαγοπότι, τραγούδια και χοροί, πού πολλές φορές διαρκούν ως τις πρωινές ώρες.
Την άλλη μέρα στο γραφείο της κοινότητας συντάσσεται και υπογράφεται «του προικουσύμφουνου» (λέγεται και «προικουχάρτ’»). Για να είναι έγκυρο το υπογράφουν, εκτός από τον πατέρα τής νύφης, ό πρόεδρος του χωριού, πού ασφαλώς παίζει το ρόλο του βυζαντινού νοταρίου, και 3 μάρτυρες, όσους δηλαδή απαιτούσε σ’ αυτή την περίπτωση η σχετική βυζαντινή συνήθεια.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 511-512.
Ετικέτες
αρραβώνας,
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
3/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΠΡΟΞΕΝΙΟ)
Η ΠΡΟΞΕΝΙΑ
Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ό νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα πού θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους τής νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος τής κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δυό νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα.
Τόσο στη μιά, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο πού μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιντής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα πού συνηθίζεται πιο πολύ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες.
Αφού ό προξενητής συζητήσει με τούς ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια τής κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα τής προξενιάς και κατόπιν—ό προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση.
Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιοδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής:
«Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κ’φάλ’ σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μιά δυό μέρες ό προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δε νήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ό προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική).
Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ό προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ μπιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου ντρουξιντή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί πού τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τούς αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τεντζερέ κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»).
Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), πού κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: ή (π.χ.) Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα». Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο:
Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’
κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’.
Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», πού λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μιά κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό ή κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα πού παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά το γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) τής πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μιά κοπέλα στην περίπτωση πού θα αποτύχει σε πρόταση γάμου προς ένα νέο.
Και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ό νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυό οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό πού να ψυχραθούν.
Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση πού θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στενοχωρεθεί ούτε ό ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», πού σημαίνει: Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο. Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο.
Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», πού σημαίνει: Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο.
Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η Τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη τής προτάσεως.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα».
Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μιά για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση πού τούς έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, πού είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στο μέσο και να χαλάσει την προξενιά.
Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ό πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα διαμερίσματα της πατρίδας μας.
Από την ώρα πού οι δυό πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αν, λοιπόν, ό προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τούς γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν τον στέλνει οικογένεια κοπέλας πού διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ό προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τούς επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι («τού ζ’μπιθιρουλόϊ»)—συνήθως στο σπίτι της κοπέλας—και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς τής κοπέλας στους μελλονύμφους. Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, πού έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως ή μάνα — μιάς κοπέλας, πού μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΓΑΜΟ ΗΛΙΚΙΑ
Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια.
Οι κοπέλες σε σύγκριση με τούς άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία• συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια.
Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε... να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα πού τον διακρίνει αποτρέπει τούς νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο:
Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα
κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα.
(Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση τής ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτάρες μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι.
ΔΩΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗ
Αν ό προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται ή πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της.
Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο.
Τα δώρα και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι πού να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 506-511.
Στην Ίμβρο, όπως και σ’ άλλα πολλά μέρη, ό νέος κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα πού θέλει να πάρει για γυναίκα του. Συνήθως δηλαδή η οικογένεια του νέου κάνει, με τη μεσολάβηση συγγενικού ή φιλικού προσώπου, πρόταση γάμου στους οικείους τής νύφης. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να συμβεί και το αντίθετο, η πρόταση να γίνει από το μέρος τής κοπέλας. Αυτό συνήθως γίνεται, όταν οι δυό νέοι συνδέονται μεταξύ τους αισθηματικά από πρωτύτερα.
Τόσο στη μιά, όσο και στην άλλη περίπτωση το πρόσωπο πού μεσολαβεί μπορεί να είναι άντρας («προυξιντής»), μπορεί και γυναίκα («προυξινήτρα»), πράγμα πού συνηθίζεται πιο πολύ.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ό λεπτός ρόλος του μεσολαβητή, καθώς και παραπάνω έγινε λόγος, ανατίθεται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό των ενδιαφερομένων πρόσωπο και οπωσδήποτε σε πρόσωπο ηλικιωμένο και προικισμένο με ειδικές για την περίπτωση ικανότητες.
Αφού ό προξενητής συζητήσει με τούς ενδιαφερομένους το θέμα της προξενιάς και πάρει τις σχετικές οδηγίες, επισκέπτεται την οικογένεια τής κοπέλας (εφόσον η πρόταση γίνεται από το μέρος του γαμπρού), συζητούν στην αρχή διάφορα θέματα άσχετα με το θέμα τής προξενιάς και κατόπιν—ό προξενητής— με κατάλληλο τρόπο φέρνει το θέμα στη συζήτηση. Συνήθως κάνει την αρχή με την εξής στερεότυπη και κατά κάποιο τρόπο εισαγωγική φράση: «Συζητήσαμ’ για πουλλά πράματα, αλλά ιγώ ήρθα για άλλ’ δ’λειά». Και στη συνέχεια κάνει την πρόταση.
Στο σημείο αυτό, μόλις δηλαδή κάμει την πρόταση, συνηθίζει να λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «βάλι σκούπα και φαράσ’, προυξινιά να μη χαλάσ’». Πιστεύουν δηλαδή ότι η σκούπα και το φαράσι έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν το κακό.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση δεν την αποδέχονται, δε συμφωνούν δηλαδή για έναν οποιοδήποτε λόγο, συνήθως απαντούν ως εξής:
«Σας ιφκαριστούμι κι’ απά’ (επάνω) στου κ’φάλ’ σας έχουμ’. Ιμείς θα μ’λήξουμ’ κι πάλι θας πούμι» (Σας ευχαριστούμε και σας προτιμούμε με το παραπάνω, σας βάζουμε πάνω από το κεφάλι μας. Θα συζητήσουμε και θα σας απαντήσουμε). Βλέπουμε δηλαδή ότι κι’ όταν ακόμη δε συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, δε δίνουν αμέσως την απάντηση. Ύστερα από μιά δυό μέρες ό προξενητής ξαναρωτάει κάποιον από την οικογένεια στην οποία έκαμε την πρόταση και τότε δίνεται η απάντηση απευθείας και χωρίς περιστροφές, μολονότι και πάλι αρνητική : «Δε νήνταν τυχηρό να γίν’», συνηθίζουν να λένε και συνάμα προβάλλουν κάποια δικαιολογία. Εννοείται, βέβαια, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ό προξενητής ποτέ δεν πηγαίνει επίσημα στο σπίτι τους. Φροντίζει να συναντήσει κάποιον ανεπίσημα, δήθεν τυχαίως (στο δρόμο, στη βρύση κτλ.). Και, φυσικά, φέρνει το θέμα στη συζήτηση με τρόπο, αφού η απάντηση είναι από πρωτύτερα γνωστή (αρνητική).
Όταν ύστερα απ’ αυτά επιστρέψει ό προξενητής και ανακοινώσει στους ενδιαφερομένους την αρνητική απάντηση, το αρνητικό δηλαδή αποτέλεσμα του μεσολαβητικού του έργου, συνηθίζουν να του λένε: «άιντι σι μ’τζουρώσαν, σι πιράσαν ντ’ μπιρουστιά». Πραγματικά, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές «ντου ντρουξιντή να ντου μ’τζουρών’». Όταν δηλαδή επιστρέψει και ανακοινώσει το αρνητικό αποτέλεσμα, αυτοί πού τον έστειλαν να κάμει την πρόταση, προσπαθούν χωρίς να τούς αντιληφθεί να του κάμουν στο πρόσωπο ένα σημάδι με «μ’τζούρα» (μαυράδα) από ένα μαυρισμένο τηγάνι, τεντζερέ κτλ. («άμα δε μπουρέσ’ κανές να κάν’ ντή μπρουξινιά κι ντου καταφέρ’, ντου μ’τζουρών’. Κι’ άμα δουν κανένα μ’ζτουρουμένου ντου λεν’ : προξινιά έκαμις κι’ είσι μ’τζουρουμένους;»).
Για τον άμεσα, πάλι, ενδιαφερόμενο πρόσωπο (νέο ή κοπέλα), πού κάνει την πρόταση, συνηθίζουν να λένε πειραχτικά: ή (π.χ.) Γιώργους έφαγι ντή χ’λόπ’τα». Σχετικό είναι και το παρακάτω πειραχτικό δίστιχο:
Έφαγις ντή χ’λόπ’τα μι ξύλινον κουτάλ’
κι λάβι την υπουμουνή, όπους τη λάβαν κ’ άλλ’.
Σχετική επίσης είναι και η εξής παροιμιώδης φράση: «Καλουφάγουτ’ η χ’λόπ’τα», πού λέγεται κι’ αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις.
Συμβαίνει επίσης πολλές φορές ένας νέος να κάμει πρόταση γάμου σε μιά κοπέλα και όχι μόνο να μη γίνει δεκτή, αλλά ύστερα από λίγο καιρό ή κοπέλα αυτή να αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια να παντρευτεί με κάποιον άλλο. Τότε, όσοι θέλουν να πειράξουν τον «αποτυχόντα» (συνήθως φίλοι και συνομήλικοί του) τη μέρα πού παντρεύεται η κοπέλα, παίρνουν μερικά κέρατα από τα σφαχτά το γάμου και τα κρεμούν στο μάνταλο (σύρτη) τής πόρτας του σπιτιού του. Το ίδιο κάνουν και για μιά κοπέλα στην περίπτωση πού θα αποτύχει σε πρόταση γάμου προς ένα νέο.
Και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή η κοπέλα απορρίψει την πρόταση είτε ό νέος, επηρεάζονται, όπως είναι φυσικό, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυό οικογένειες. Πολλές φορές μάλιστα σε βαθμό πού να ψυχραθούν.
Ο προξενητής, εξάλλου, στην περίπτωση πού θα απορρίψουν την πρόταση, για να δείξει ότι δεν πρόκειται απ’ αυτό να στενοχωρεθεί ούτε ό ίδιος ούτε αυτοί για λογαριασμό των οποίων έκαμε την πρόταση, συνήθως λέει την εξής παροιμιώδη φράση: «αρνί κιφάλ’, άλλου στου πουδάρ’», πού σημαίνει: Αν πάρουμε το κεφάλι ενός αρνιού, αν σφάξουμε ένα αρνί, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλο. Δεν πάει να πει δηλαδή ότι αυτό ήταν και δεν μπορούμε να βρούμε άλλο.
Τέλος, συνηθίζουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις να λένε και τις εξής φράσεις: «άμα δε θέλ’τς ισύ, άλλους θα νέρθ’» και: «σκαμνιού πουδάρ’ λυγίτικου, άλλου κυπαρισσίτικου», πού σημαίνει: Αν έσπασε το πόδι ενός σκαμνιού καμωμένου από λυγαριά (λυγιά = λυγαριά), μπορούμε στη θέση του να βάλουμε άλλο και μάλιστα από κυπαρίσσι, δηλαδή πολύ καλύτερο.
Όλες αυτές οι παροιμιώδεις φράσεις και προπάντων η πρώτη και η Τρίτη με την αλληγορική τους σημασία κρύβουν ασφαλώς πολύ εγωισμό και λέγονται για να μετριάσουν την προσβολή από την απόρριψη τής προτάσεως.
Αν αυτοί στους οποίους γίνεται η πρόταση συμφωνούν από την πρώτη στιγμή, συνήθως απαντούν στον προξενητή ως εξής: «ίς Αλάχ, Θιός να δώσ’ να μη χαλάσ’. Άμα είνι τυχηρό, θα γίν’ κι’ άμα δεν είνι, θα χαλάσ’. Αλλά ιδώ απ’ τα είπαμ’ όσα είπαμ’, ιδώ να μείν’». Και συνήθως προσθέτουν: «ισείς άμα θέλτι ένα, ιμείς θέλουμ’ δέκα».
Λένε δε όλα τα παραπάνω από τη μιά για να δείξουν, ότι συμφωνούν πάνω στην πρόταση πού τούς έγινε κι’ από την άλλη για να αποτρέψουν κάθε κακή ενέργεια τρίτου προσώπου, πού είναι δυνατό καμιά φορά να δυσαρεστηθεί από το συνοικέσιο αυτό και να θελήσει να το διαλύσει. Γι’ αυτό και φροντίζουν τις πρώτες μέρες, ώσπου να επισημοποιηθεί, να το κρατήσουν μυστικό. Υπάρχει πάντα φόβος να μπει κάποιος στο μέσο και να χαλάσει την προξενιά.
Πολλές φορές, πάλι, συμβαίνει να συμφωνούν οι πιο πολλοί από τους οικείους των μελλονύμφων, καθώς και οι ίδιοι οι μελλόνυμφοι, να διαφωνεί όμως ό πατέρας του κοριτσιού ή του νέου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η προξενιά συνήθως πετυχαίνει. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε: «σα θέλ’ η νύφη κι’ η γαμπρός, τύφλα να ‘χ’ η πιθιρός», φράση γνωστή κι’ απ’ άλλα διαμερίσματα της πατρίδας μας.
Από την ώρα πού οι δυό πλευρές θα συμφωνήσουν μεταξύ τους, μπορούν οι μελλόνυμφοι να κυκλοφορούν μαζί, συνοδευόμενοι πάντοτε απαραίτητα από ένα αγοράκι ή κοριτσάκι του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αν, λοιπόν, ό προξενητής κάμει την πρόταση και γίνει δεκτή, ακολουθεί συζήτηση σε γενικές γραμμές για την προίκα. Γιατί, μολονότι οι λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα θα συζητηθούν από τούς γονείς των μελλονύμφων σε ειδική συνάντηση, συνηθίζεται να γίνεται λόγος και κατά την πρώτη αυτή επίσκεψη του προξενητή κι προπάντων όταν τον στέλνει οικογένεια κοπέλας πού διαθέτει μεγάλη προίκα. Σ’ αυτές μάλιστα τις περιπτώσεις ό προξενητής προσπαθεί με κάθε τρόπο ιδιαίτερα να τονίσει το τι διαθέτει για προίκα η υποψήφια νύφη, για να τούς επηρεάσει με τα «τάματα» και να αποδεχτούν την πρόταση.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ύστερα από μερικές μέρες συναντιούνται οι γονείς των μελλονύμφων, οι συμπέθεροι («τού ζ’μπιθιρουλόϊ»)—συνήθως στο σπίτι της κοπέλας—και συζητούν με κάθε λεπτομέρεια για τα «τάματα», για το τι δηλαδή θα τάξουν, θα υποσχεθούν να δώσουν οι γονείς τής κοπέλας στους μελλονύμφους. Επειδή δε πολλές φορές τα «τάματα» είναι πολύ δελεαστικά και επειδή όχι λίγες φορές παντρεύονται κοπέλες πολύ άσχημες μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν μεγάλη προίκα, συνηθίζουν στις περιπτώσεις αυτές να λένε την εξής παροιμιώδη φράση: «οι προίκις κι τα τάματα παντρεύουν τα φαντάματα» (δηλ. οι μεγάλες προίκες και οι πολλές υποσχέσεις παντρεύουν και τις πολύ άσχημες ακόμη κοπέλες). Τη φράση αυτή συνηθίζουν να τη λένε οι οικείοι μιας κοπέλας, πού έκαμε πρόταση γάμου σ’ ένα νέο κι’ εκείνος την απέρριψε, επειδή η υποψήφια δε διέθετε αξιόλογη προίκα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μετριάζουν κατά κάποιο τρόπο την προσβολή από την απόρριψη της προτάσεως, αφού, σύμφωνα με τη φράση, η απόρριψη οφείλεται όχι σε λόγους ηθικής, τιμής, ομορφιάς, αλλά στο ότι η υποψήφια δε διέθετε μεγάλη προίκα, πράγμα δηλαδή δευτερεύον, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς ηθικό βάρος. Συνηθίζουν επίσης να λένε πολύ αυτή η φράση συγγενικά πρόσωπα — κυρίως ή μάνα — μιάς κοπέλας, πού μολονότι είναι όμορφη, δεν μπορεί να παντρευτεί, γιατί δε διαθέτει προίκα, ενώ αντίθετα άλλες παντρεύονται μολονότι πολύ άσχημες.
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΓΑΜΟ ΗΛΙΚΙΑ
Οι νέοι στην Ίμβρο παντρεύονται συνήθως από τα 22 ως τα 25 χρόνια. Είναι όμως δυνατό να παντρευτούν και σε μεγαλύτερη ηλικία, σπάνια όμως πριν από τα 22 χρόνια.
Οι κοπέλες σε σύγκριση με τούς άντρες παντρεύονται κατά κανόνα σε μικρότερη ηλικία• συνήθως αφού συμπληρώσουν τα 17 τους χρόνια.
Επειδή, όταν περάσει κάπως η ηλικία μιας κοπέλας, δύσκολα μπορεί να παντρευτεί, στις διάφορες γιορτές και προπάντων το Πάσχα οι κάπως περασμένες στην ηλικία φροντίζουν να περιποιηθούν πιο πολύ τον εαυτό τους, ώστε... να ξεγελάσουν κανένα νέο. Ο λαός όμως με το θυμόσοφο πνεύμα πού τον διακρίνει αποτρέπει τούς νέους να διαλέγουν «νύφες» κατά το Πάσχα, και, φυσικά, και κατά τις άλλες μεγάλες γιορτές με το εξής παραινετικό δίστιχο:
Ντού Μα’ λουγου μη λιμπιστείς κι τη Λαμπρή γυναίκα
κι’ αν είνι ικατό χρουνώ, σι λέν’ πώς είνι δέκα.
(Το Μάιο άλογο μη λιμπιστείς, μη ποθήσεις). Γιατί, όπως εύκολα μπορείς να γελαστείς το Μάιο στην εκτίμηση της ηλικίας ενός αλόγου, αφού, όπως είναι γνωστό, την εποχή αυτή και τα πιο αδύνατα και πιο μεγάλα στην ηλικία ζώα καλοτρέφονται και φαίνονται μικρότερα και γερά, έτσι και το Πάσχα (και κάθε μεγάλη γιορτή) εύκολα μπορείς να πέσεις έξω στην εκτίμηση τής ηλικίας μιας κοπέλας, αφού τέτοιες γιορτάρες μέρες όλες τους στολίζονται και περιποιούνται τον εαυτό τους με το παραπάνω και οπωσδήποτε φαίνονται πολύ πιο μικρές απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι.
ΔΩΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗ
Αν ό προξενητής κατορθώσει να φέρει σε πέρας την αποστολή του, συνηθίζουν να του δίνουν δώρα. Η νύφη δίνει δώρο στον προξενητή, είτε από το μέρος της γίνεται ή πρόταση είτε από το μέρος του γαμπρού. Οπωσδήποτε όμως η ηθική αυτή υποχρέωση είναι μεγαλύτερη, όταν η πρόταση γίνεται από το μέρος της.
Ο γαμπρός στέλνει δώρο στον προξενητή, όταν η πρόταση γίνεται απ’ αυτόν. Όταν όμως την πρόταση την κάνει η κοπέλα, μπορεί να κάμει μπορεί και να μην κάνει δώρο.
Τα δώρα και στη μιά και στην άλλη περίπτωση, είτε δηλαδή προέρχονται από το γαμπρό είτε από τη νύφη, είναι συνήθως ίδια: Ένα κουστούμι, ένα υποκάμισο ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι άντρας, ένα φουστάνι, ένα ζευγάρι παντόφλες ή κάτι παρόμοιο, όταν ό προξενητής είναι γυναίκα. Οπωσδήποτε δηλαδή κάτι πού να φοριέται (ενδύματα ή υποδήματα).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 506-511.
Ετικέτες
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης,
προξενιό
28/4/10
Ο ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)
Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικροπανδρεμμένος
το Μάη αμπέλι φύτευε, το Μάη γυναίκα πήρε,
το Μάη τον ήρθε μήνυμα, να πάγη στο σεφέρι.
- Μάννα μου, την καλούδα μου καλά να την φυλάγης.
Μήλο να τρώγη το πωρνό, ρόδι το μεσημέρι
Στου ήλιου το βασίλεμα να τρώγη περιστέρι.
Ακόμη δεν εξήβγηκε κάνεν δυο μίλλια αλάργα
κ’ εις τη σκαρή την έβαλε, κι’ ανδρίκια την ξουρίζη.
Τη δίνει πέντε πρόβατα και δέκα πέντε γίδια,
τη δίνει και μισό ψωμί, και δεκοχτώ κρομμύδια
τρίγια σκυλιά λαγωνικά κι’ αργυρομανικάτα.
- Αν δεν τα πας στα εκατό, και αν δε τα πας στα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά να πας στα εβδομήντα,
στον κάμπο να μη κατηβής νερό και τα ποτίσης.
Αν ήθελεν η μοίρα της και η καλή της τύχη,
τα πήγε κ’ εις τα εκατό, τα πήγε κ’ εις τα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά τα πήγε στα βδομήντα.
Στον κάμπο τα κατέβασε νερό να τα ποτίση.
Κι’ ο Κωσταντίνος έρχεται από βαρύ ταξείδι.
- Φύλακ’, ανάουρε νερό να πιουν τα διψασμένα,
να πιω κ’ εγώ κι’ ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα στάμνες έσυρε και δεν αναντρανίζει,,
τα δάκρυα την παίρνουνε και στειρεμμό δεν έχουν.
- Φύλακα, το σταμνί είν’ βαρύ, γιά το νερό λυπάσια;
Και κείνη αποκρίθηκε με το καϋμέν’ αχείλι.
- Μήτε η στάμνα μου βαρειά, μήδε νερό λυπούμαι,
μόν’ άνδρα έχω σεφερλή, λείπει δώδεκα χρόνια.
- Ποιανού ένι τα πρόβατα, ποιανού ένι τα γίδια,
ποιανού ένι κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει;
- Του Κωσταντή ’ν’ τα πρόβατα, του Κωσταντή ’ν’ τα γίδια,
του Κωσταντή και τα σκυλιά τ’ αργυρομανικάτα,
του Κωσταντή κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει.
Και τότε την εγνώρισε πως ένι η καλή του.
Στον μαύρο την ανέβασε, στο σπίτι την εκρύβγει.
Την μάννα του ερώτησε – Μάννα πού ’ν’ η καλή μου;
- Στην γειτονιά εδιάβηκε, τώρα θέλει να έρτη.
- Μάννα πού ’ν’ η καλούδα μου, πού ’νε οι οφθαλμοί μου;
- Κείνη γυιέ μου απόθανε. – Δείξε μου το μνημόρι.
- Κείνο γυιέ μου χορτάριασε και πλειο δεν φανερώνει.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 101-102.
το Μάη αμπέλι φύτευε, το Μάη γυναίκα πήρε,
το Μάη τον ήρθε μήνυμα, να πάγη στο σεφέρι.
- Μάννα μου, την καλούδα μου καλά να την φυλάγης.
Μήλο να τρώγη το πωρνό, ρόδι το μεσημέρι
Στου ήλιου το βασίλεμα να τρώγη περιστέρι.
Ακόμη δεν εξήβγηκε κάνεν δυο μίλλια αλάργα
κ’ εις τη σκαρή την έβαλε, κι’ ανδρίκια την ξουρίζη.
Τη δίνει πέντε πρόβατα και δέκα πέντε γίδια,
τη δίνει και μισό ψωμί, και δεκοχτώ κρομμύδια
τρίγια σκυλιά λαγωνικά κι’ αργυρομανικάτα.
- Αν δεν τα πας στα εκατό, και αν δε τα πας στα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά να πας στα εβδομήντα,
στον κάμπο να μη κατηβής νερό και τα ποτίσης.
Αν ήθελεν η μοίρα της και η καλή της τύχη,
τα πήγε κ’ εις τα εκατό, τα πήγε κ’ εις τα χίλια
και τα σκυλιά λαγωνικά τα πήγε στα βδομήντα.
Στον κάμπο τα κατέβασε νερό να τα ποτίση.
Κι’ ο Κωσταντίνος έρχεται από βαρύ ταξείδι.
- Φύλακ’, ανάουρε νερό να πιουν τα διψασμένα,
να πιω κ’ εγώ κι’ ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα στάμνες έσυρε και δεν αναντρανίζει,,
τα δάκρυα την παίρνουνε και στειρεμμό δεν έχουν.
- Φύλακα, το σταμνί είν’ βαρύ, γιά το νερό λυπάσια;
Και κείνη αποκρίθηκε με το καϋμέν’ αχείλι.
- Μήτε η στάμνα μου βαρειά, μήδε νερό λυπούμαι,
μόν’ άνδρα έχω σεφερλή, λείπει δώδεκα χρόνια.
- Ποιανού ένι τα πρόβατα, ποιανού ένι τα γίδια,
ποιανού ένι κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει;
- Του Κωσταντή ’ν’ τα πρόβατα, του Κωσταντή ’ν’ τα γίδια,
του Κωσταντή και τα σκυλιά τ’ αργυρομανικάτα,
του Κωσταντή κι’ ο πιστικός που στέκει και τα φ’λάγει.
Και τότε την εγνώρισε πως ένι η καλή του.
Στον μαύρο την ανέβασε, στο σπίτι την εκρύβγει.
Την μάννα του ερώτησε – Μάννα πού ’ν’ η καλή μου;
- Στην γειτονιά εδιάβηκε, τώρα θέλει να έρτη.
- Μάννα πού ’ν’ η καλούδα μου, πού ’νε οι οφθαλμοί μου;
- Κείνη γυιέ μου απόθανε. – Δείξε μου το μνημόρι.
- Κείνο γυιέ μου χορτάριασε και πλειο δεν φανερώνει.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 101-102.
17/4/10
ΤΟ ΦΡΑΓΚΟΠΗΔΗΜΑ (Λαϊκή Ιστορία της Ίμβρου)
Τον Μεσαίωνα, η Ίμβρος τράβηξε πολλά από τις επιδρομές των πειρατών.
Μια μέρα πειρατικά καράβια πλησίαζαν το λιμάνι του Κάστρου. Οι κάτοικοι πήραν όσα υπάρχοντα μπορούσαν μαζί τους και κρύφτηκαν στα βουνά. Οι πειρατές (Φράγκοι) έκλεψαν και έσπασαν τα πάντα. Ούτε τα ζώα δεν γλύτωσαν. Τ έσφαξαν και τα έτρωγαν για τρες ημέρες. Οι Ίμβριοι έβλεπαν το πλιάτσικο και παρακαλούσαν τον Θεό να τους βοηθήσει. Μετά τις τρεις ημέρες τα περισσότερα καράβια έφυγαν, αλλά ένα έμεινε στο λιμάνι. Ένας ξένος φιλάργυρος, πήγε στον καπετάνιο και του είπε, ότι ξέρει που έκρυψαν τους θυσαυρούς τους οι Ίμβριοι κι ότι αν του έβγαζαν μερίδιο θα τους βοηθούσε. Ο καπετάνιος συμφώνησε και η συμφωνία τους έλεγε να ξανυχτούν στην θάλασσα και τα μεσάνυχτα να γυρίσουν και θα τους περίμενε ο ίδιος να τους οδηγήσει στο μοναστήρι του Άη Δημήτρη όπου είχαν κρύψει ότι θυσαυρό είχαν.
Έτσι κι έγινε. Τα μεσάνυχτα γύρισαν οι πειρατές, αλλά αντί για τον ρουφιάνο, βρήκαν έναν χαμογελαστό σεβάσμιο γέροντα μ'ένα λαδοφάναρο. Ο γέρος τους είπε ότι ο ρουφιάνος είχε πάει στο μοναστήρι για να πλανέψει τους φύλακες. Τους είπε να τον ακολουθήσουν ένας - ένας στη σειρά γιατί το μονοπάτι ήταν στενό και λόγω του σκοταδιού εύκολα θα γλύστραγε καποιος στα βράχια. Έφτασαν σ'ένα ύψωμα όπου το μονοπάτι είχε ένα άνοιγμα και ο γέρος τους είπε ότι έπρεπε να πηδήξουν απέναντι γιατί το μονοπάτι τελείωνε. Τους είπε να μην φοβούνται γιατί το άνοιγμα είναι στενό και με μια δρασκελιά ο γέρος πέρασε απέναντι. Τον ακολούθησαν οι Φράγκοι και ένας- ένας μέχρι τον τελευταίο έπεσαν μέσα στο άνοιγμα το οποίο ήταν ένα φαράγγι 5 μέτρα φαρδύ και 20 μέτρα βαθύ και σκοτόθηκαν όλοι. Ο γέροντας πήγε στο μοναστήρι, τους είπε τι έγινε, να μην ανυσηχούν κι ότι θα βρουν τον προδότη νεκρό σ'ένα μικρό όρμο. Όταν τελείωσε τα λόγια του ο γέροντας, οι Ίμβριοι είδαν με έκπληξη ότι ο γέροντας μεταμορφώθηκε στον Άη Δημήτρη. Έπεσαν στα πόδια του να τον προσκυνήσουν αλλά ο Άγιος εξαφανίστηκε. Από τότε η περιοχή αυτή λέγεται Φραγκοπηδημα και το πανηγύρι που γίνεται στο μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου ονομάζεται Φραγκοπανάγυρο.
Πηγή: kokkinakis service
Μια μέρα πειρατικά καράβια πλησίαζαν το λιμάνι του Κάστρου. Οι κάτοικοι πήραν όσα υπάρχοντα μπορούσαν μαζί τους και κρύφτηκαν στα βουνά. Οι πειρατές (Φράγκοι) έκλεψαν και έσπασαν τα πάντα. Ούτε τα ζώα δεν γλύτωσαν. Τ έσφαξαν και τα έτρωγαν για τρες ημέρες. Οι Ίμβριοι έβλεπαν το πλιάτσικο και παρακαλούσαν τον Θεό να τους βοηθήσει. Μετά τις τρεις ημέρες τα περισσότερα καράβια έφυγαν, αλλά ένα έμεινε στο λιμάνι. Ένας ξένος φιλάργυρος, πήγε στον καπετάνιο και του είπε, ότι ξέρει που έκρυψαν τους θυσαυρούς τους οι Ίμβριοι κι ότι αν του έβγαζαν μερίδιο θα τους βοηθούσε. Ο καπετάνιος συμφώνησε και η συμφωνία τους έλεγε να ξανυχτούν στην θάλασσα και τα μεσάνυχτα να γυρίσουν και θα τους περίμενε ο ίδιος να τους οδηγήσει στο μοναστήρι του Άη Δημήτρη όπου είχαν κρύψει ότι θυσαυρό είχαν.
Έτσι κι έγινε. Τα μεσάνυχτα γύρισαν οι πειρατές, αλλά αντί για τον ρουφιάνο, βρήκαν έναν χαμογελαστό σεβάσμιο γέροντα μ'ένα λαδοφάναρο. Ο γέρος τους είπε ότι ο ρουφιάνος είχε πάει στο μοναστήρι για να πλανέψει τους φύλακες. Τους είπε να τον ακολουθήσουν ένας - ένας στη σειρά γιατί το μονοπάτι ήταν στενό και λόγω του σκοταδιού εύκολα θα γλύστραγε καποιος στα βράχια. Έφτασαν σ'ένα ύψωμα όπου το μονοπάτι είχε ένα άνοιγμα και ο γέρος τους είπε ότι έπρεπε να πηδήξουν απέναντι γιατί το μονοπάτι τελείωνε. Τους είπε να μην φοβούνται γιατί το άνοιγμα είναι στενό και με μια δρασκελιά ο γέρος πέρασε απέναντι. Τον ακολούθησαν οι Φράγκοι και ένας- ένας μέχρι τον τελευταίο έπεσαν μέσα στο άνοιγμα το οποίο ήταν ένα φαράγγι 5 μέτρα φαρδύ και 20 μέτρα βαθύ και σκοτόθηκαν όλοι. Ο γέροντας πήγε στο μοναστήρι, τους είπε τι έγινε, να μην ανυσηχούν κι ότι θα βρουν τον προδότη νεκρό σ'ένα μικρό όρμο. Όταν τελείωσε τα λόγια του ο γέροντας, οι Ίμβριοι είδαν με έκπληξη ότι ο γέροντας μεταμορφώθηκε στον Άη Δημήτρη. Έπεσαν στα πόδια του να τον προσκυνήσουν αλλά ο Άγιος εξαφανίστηκε. Από τότε η περιοχή αυτή λέγεται Φραγκοπηδημα και το πανηγύρι που γίνεται στο μοναστήρι στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου ονομάζεται Φραγκοπανάγυρο.
Πηγή: kokkinakis service
14/4/10
ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΝΕΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΜΒΡΟ (ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ)
«Ίμβρος παιπαλόεσσα
το νησί του Ερμού, τ’ ουρανού και των δακρύων»
Από τις εκδόσεις «Ενδοχώρα» endohora@yahoo.gr
κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του
συγγραφέα-λαογράφου
Γιώργου Λεκάκη www.lekakis.com.
Πρόκειται για μια πολυτελή έγχρωμη έκδοση,
176 σελ. μεγάλου σχήματος, με πολλές φωτογραφίες, παλαιότερες (ασπρόμαυρες) και νεώτερες της νήσου!
Το βιβλίο προλογίζουν ο πρόεδρος Συλλόγου Ιμβρίων (Αθηνών), δικηγόρος κ. Πάρις Ασανάκης, ο οποίος σημειώνει «η μέχρι τώρα εμπειρία μας λέει ότι σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αναδείξεως της Ίμβρου έχουν να επιδείξουν μη Ίμβριοι, επώνυμοι ή ανώνυμοι – σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και μη Έλληνες - και ιδίως εκείνοι που ήρθαν, είτε από παιχνίδια της μοίρας, είτε από συνειδητή επιλογή, σε επαφή με τους Ιμβρίους και την Ίμβρο. Ένας από αυτούς είναι και ο Γιώργος Λεκάκης, τακτικός επισκέπτης και ένθερμος φίλος της Ίμβρου. Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, προϊόν πολυετούς ερευνητικής εργασίας, γραμμένο με μεράκι και διανθισμένο από την τριβή του με τον τόπο και τους ανθρώπους του, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο ιστορικής τεκμηρίωσης, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για μια γωνιά του ελληνισμού, άγνωστη εν πολλοίς στο ευρύ κοινό, που εξακολουθεί, πέρα από κάθε προσδοκία ένθεν κακείθεν, να υπομένει, να επιμένει και να ελπίζει. Αποτελεί συνάμα έναν “ψαγμένο” οδηγό περιήγησης στην ανεξερεύνητη Ίμβρο. Ελπίζουμε να αναγκασθεί να εκδώσει την “Ίμβρο Παιπαλόεσσα - το ιερό νησί του Ερμού, του ουρανού και των δακρύων”, αλλά και της ελπίδας, πολλές ακόμη φορές, ώστε να ανταπεξέλθει στη ζήτηση, να συμπεριλάβει τις νεότερες εξελίξεις που αναμένουμε και να εμπλουτίσει την πρώτη αυτή έκδοση με περισσότερες γνώσεις που θα εξακολουθεί να αποκτά για την Ίμβρο και τους Ιμβρίους».
Και ο αρχιμανδρίτης και δρ. βυζαντινολογίας Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου, ο οποίος γράφει, μεταξύ άλλων «το “εμείς εκεί στην πατρίδα”, μας το κάνει ο Γιώργος Λεκάκης με το βιβλίο αυτό να λέμε “εμείς εδώ στην Ίμβρο”. Μας προσφέρει μια αναψυχή στις πληγωμένες αναμνήσεις και μια παρηγοριά στα βάσανά μας... Ξέρεις τι θα πει να ’σαι ξένος στον τόπο σου; Ξέρεις τι θα πει να μην έχεις θέα στο μέλλον; Ξέρεις τι θα πει να ’σαι αγιάτρευτο θύμα μιας άλλης πατρίδας; Αλλά, “εμείς εδώ στην πατρίδα, στην Ίμβρο”, ελπίζουμε, καρτερούμε και πορευόμαστε, ή κατά πως προστάζει ο ποιητής...…βάδιζε, βάδιζε, λοιπόν ψηλώνοντας το μέτωπο σου... / Οι αιώνες είναι παιδιά που σαρώνονται, μη το ξεχνάς. / Εσύ είσαι άντρας! Κι οι Ίμβριοι είναι, το έδειξαν και το δείχνουν!».
Στα κεφάλαια του βιβλίου, διαβάζουμε, μεταξύ άλλων: Την ετυμολογία, την συγκοινωνία (οδικός,θαλάσσιος και εναέριος τρόπος πρόσβασης στο νησί), την έκταση και τον πληθυσμό, την γεωμορφολογία, το κλίμα της νήσου. Επίσης, την ιστορία της, με ειδικά κεφάλαια για την νομισματοκοπία, τον Ίμβριο ιστορικό Κριτόβουλο, την Ίμβρο κατά τον Piri Reis, την «Κατάσταση Goeben», τα δημευμένα ως μαζμπούτ, τον δεκάλογο των Ελλήνων της Τουρκίας, τα δημευμένα ως καγιούμ, τις απαλλοτριώσεις, κ.ά. Και τα άρθρα «Το πραγματικό πρόβλημα είναι η τουρκοποίηση – ο Θεός να φυλάει», του Τ. Μπαράν στην εφημ. “Vatan”. Το άρθρο «Το συμβούλιο της Ευρώπης καλεί την Τουρκία να λάβει μέτρα για την προστασία της ελληνικής μειονότητος σε Ίμβρο και Τένεδο» του Γ. Λεκάκη στην εφημ. «Ελευθερία» του Λονδίνου. Και το άρθρο «Άρατε πύλας» του Ν. Γκότση, από το περιοδικό «Ενδοχώρα».
Το βιβλίο συνεχίζει με τους επιφανείς Ιμβρίους, και την λαογραφία της νήσου, με ειδικά κεφάλαια για την Λαμπρή και το γεμιστό αρνί, την κουζίνα, την μπουγάδα και τον θάνατο στην Ίμβρο. Συνεχίζει με τον πλούτο (και την πανίδα και την χλωρίδα). Και ακολουθεί το κεφάλαιο των εντυπώσεων των περιηγητών: Του Ιωάννη Ευγενικού του νεώτερου («Το ομορφότερο απ’ όλα τα νησιά του Αιγαίου»!), του Κυριάκου του εξ Αγκώνος («Τείχη που ξεχωρίζουν για την ποιότητα της αρχιτεκτονικής τους»), του Όλ. Ντάππερ («Νησί σκεπασμένο με δένδρα και δάση και κυρίως μ’ ένα είδος αγριοαχλαδιάς»), του Τζ. Γουέλερ («Νησί με πολλές πηγές με έξοχο νερό»), του Τζ. Μόντακ («Οι κάτοικοι του νησιού είναι όλοι Έλληνες»), του Σ. Γκουφιέ («Η ανάμνηση αυτών των ευχάριστων τόπων θα ακολουθεί τον ταξειδιώτη παντού, όπου κι αν τον φέρει η μοίρα του»), του Ζ. Μπ. Ντέππινγκ («Η Ίμβρος στην αρχαιότητα ήταν πολύ πιο σημαντική»), του Α. Συνβέτ («Πολύ γοητευτική»), του Αλ. Κόνζε («Μια επίζηλη θέση για τα ελληνικά κράτη, που βασίζονταν στην θαλάσσια δύναμη τους») και του Κ. Φρίντριχ («Παραδεισιακά, ωραία φαίνονται τα νερά»).
Και ακολουθεί η περιήγησις, κατά τον τρόπο του Γ. Λεκάκη: Πρώτα τα ελληνικά χωριά και τοπωνύμια της Ίμβρου: Παναγιά (Gokceada ή Imroz), Άγιοι Θεόδωροι (Zeytinli - το πανόραμα της Παναγιάς), Άγ. Ευλάμπιος, Άγ. Κήρυκος (Kuzu Limani), Αγρίδια (η αετοφωλιά της Ίμβρου - Tepekoy), Αλυκή (Tuzla), Αρασιά, Αρίδα, Γλυκύ (Eski Bademli), Κασκαβάλια, Κάστρο (Kalekoy - το μόνο παραθαλάσσιο χωριό), Κόκκινα, Μάρμαρος, Πύργος (Yuvali), Ροξάδο (όπου έγινε η δοκιμή για το αρχαίο φράγμα του Μαραθώνος), και το Σχοινούδι (Derekoy - η σπονδυλική στήλη της Ίμβρου). Ακολουθεί μια χριστιανική περιήγησις με μνεία στην Παναγιά την Ιμβριώτισσα (τώρα στην Σαλαμίνα Πειραιώς). Στο δεύτερο μέρος της περιηγήσεως, τα μη ελληνικά χωριά της Ίμβρου: Έσελεκ (Eselek), Ουγουρλού (Ugurlu), Σαχίν-Καγιά (Sahinkaya), Σιρίν-Κιοϊ (Sirinkoy). Τέλος, τα νησιά γύρω από την Ίμβρο. Και ο Κανονισμός της κοινότητος Σχοινουδίου (Ίμβρου)!
Ακολουθούν τα άρθρα «Απόδραση… στην Ίμβρο. Μουσικοχορευτικό συγκρότημα Νάουσα Πάρου: Το πρώτο ελληνικό χορευτικό συγκρότημα στο μαρτυρικό νησί» και το «Οι πρώτοι Έλληνες πρόσκοποι στην Ίμβρο».
Το βιβλίο κλείνει με την βιβλιογραφία της Ίμβρου, με ιδιαίτερα κεφάλαια για την αρθρογραφία για το νησί, τις διημερίδες, τα συμπόσια και τα συνέδρια, που έγιναν γι’ αυτό και τις περιοδικές εκδόσεις, που εκδόθηκαν είτε στο νησί, είτε από Ιμβρίους για το νησί τους!
Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε
a.. στην πόλη των Αθηνών (κεντρική διάθεση: Χαρ. Τρικούπη 24, εντός στοάς, τηλ. 210-64.40.021),
b.. στην Θεσσαλονίκη (endohora@yahoo.grΑυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. , τηλ. 6977.462.806),
c.. στην Αλεξανδρούπολη (Νικηταρά 23, ΤΚ 68100 Αλεξανδρούπολη, τηλ. και τηλεομοιότυπο 25510-32.423)
d.. και σε επιλεγμένα καλά βιβλιοπωλεία
το νησί του Ερμού, τ’ ουρανού και των δακρύων»
Από τις εκδόσεις «Ενδοχώρα» endohora@yahoo.gr
κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του
συγγραφέα-λαογράφου
Γιώργου Λεκάκη www.lekakis.com.
Πρόκειται για μια πολυτελή έγχρωμη έκδοση,
176 σελ. μεγάλου σχήματος, με πολλές φωτογραφίες, παλαιότερες (ασπρόμαυρες) και νεώτερες της νήσου!
Το βιβλίο προλογίζουν ο πρόεδρος Συλλόγου Ιμβρίων (Αθηνών), δικηγόρος κ. Πάρις Ασανάκης, ο οποίος σημειώνει «η μέχρι τώρα εμπειρία μας λέει ότι σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αναδείξεως της Ίμβρου έχουν να επιδείξουν μη Ίμβριοι, επώνυμοι ή ανώνυμοι – σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και μη Έλληνες - και ιδίως εκείνοι που ήρθαν, είτε από παιχνίδια της μοίρας, είτε από συνειδητή επιλογή, σε επαφή με τους Ιμβρίους και την Ίμβρο. Ένας από αυτούς είναι και ο Γιώργος Λεκάκης, τακτικός επισκέπτης και ένθερμος φίλος της Ίμβρου. Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, προϊόν πολυετούς ερευνητικής εργασίας, γραμμένο με μεράκι και διανθισμένο από την τριβή του με τον τόπο και τους ανθρώπους του, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο ιστορικής τεκμηρίωσης, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για μια γωνιά του ελληνισμού, άγνωστη εν πολλοίς στο ευρύ κοινό, που εξακολουθεί, πέρα από κάθε προσδοκία ένθεν κακείθεν, να υπομένει, να επιμένει και να ελπίζει. Αποτελεί συνάμα έναν “ψαγμένο” οδηγό περιήγησης στην ανεξερεύνητη Ίμβρο. Ελπίζουμε να αναγκασθεί να εκδώσει την “Ίμβρο Παιπαλόεσσα - το ιερό νησί του Ερμού, του ουρανού και των δακρύων”, αλλά και της ελπίδας, πολλές ακόμη φορές, ώστε να ανταπεξέλθει στη ζήτηση, να συμπεριλάβει τις νεότερες εξελίξεις που αναμένουμε και να εμπλουτίσει την πρώτη αυτή έκδοση με περισσότερες γνώσεις που θα εξακολουθεί να αποκτά για την Ίμβρο και τους Ιμβρίους».
Και ο αρχιμανδρίτης και δρ. βυζαντινολογίας Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου, ο οποίος γράφει, μεταξύ άλλων «το “εμείς εκεί στην πατρίδα”, μας το κάνει ο Γιώργος Λεκάκης με το βιβλίο αυτό να λέμε “εμείς εδώ στην Ίμβρο”. Μας προσφέρει μια αναψυχή στις πληγωμένες αναμνήσεις και μια παρηγοριά στα βάσανά μας... Ξέρεις τι θα πει να ’σαι ξένος στον τόπο σου; Ξέρεις τι θα πει να μην έχεις θέα στο μέλλον; Ξέρεις τι θα πει να ’σαι αγιάτρευτο θύμα μιας άλλης πατρίδας; Αλλά, “εμείς εδώ στην πατρίδα, στην Ίμβρο”, ελπίζουμε, καρτερούμε και πορευόμαστε, ή κατά πως προστάζει ο ποιητής...…βάδιζε, βάδιζε, λοιπόν ψηλώνοντας το μέτωπο σου... / Οι αιώνες είναι παιδιά που σαρώνονται, μη το ξεχνάς. / Εσύ είσαι άντρας! Κι οι Ίμβριοι είναι, το έδειξαν και το δείχνουν!».
Στα κεφάλαια του βιβλίου, διαβάζουμε, μεταξύ άλλων: Την ετυμολογία, την συγκοινωνία (οδικός,θαλάσσιος και εναέριος τρόπος πρόσβασης στο νησί), την έκταση και τον πληθυσμό, την γεωμορφολογία, το κλίμα της νήσου. Επίσης, την ιστορία της, με ειδικά κεφάλαια για την νομισματοκοπία, τον Ίμβριο ιστορικό Κριτόβουλο, την Ίμβρο κατά τον Piri Reis, την «Κατάσταση Goeben», τα δημευμένα ως μαζμπούτ, τον δεκάλογο των Ελλήνων της Τουρκίας, τα δημευμένα ως καγιούμ, τις απαλλοτριώσεις, κ.ά. Και τα άρθρα «Το πραγματικό πρόβλημα είναι η τουρκοποίηση – ο Θεός να φυλάει», του Τ. Μπαράν στην εφημ. “Vatan”. Το άρθρο «Το συμβούλιο της Ευρώπης καλεί την Τουρκία να λάβει μέτρα για την προστασία της ελληνικής μειονότητος σε Ίμβρο και Τένεδο» του Γ. Λεκάκη στην εφημ. «Ελευθερία» του Λονδίνου. Και το άρθρο «Άρατε πύλας» του Ν. Γκότση, από το περιοδικό «Ενδοχώρα».
Το βιβλίο συνεχίζει με τους επιφανείς Ιμβρίους, και την λαογραφία της νήσου, με ειδικά κεφάλαια για την Λαμπρή και το γεμιστό αρνί, την κουζίνα, την μπουγάδα και τον θάνατο στην Ίμβρο. Συνεχίζει με τον πλούτο (και την πανίδα και την χλωρίδα). Και ακολουθεί το κεφάλαιο των εντυπώσεων των περιηγητών: Του Ιωάννη Ευγενικού του νεώτερου («Το ομορφότερο απ’ όλα τα νησιά του Αιγαίου»!), του Κυριάκου του εξ Αγκώνος («Τείχη που ξεχωρίζουν για την ποιότητα της αρχιτεκτονικής τους»), του Όλ. Ντάππερ («Νησί σκεπασμένο με δένδρα και δάση και κυρίως μ’ ένα είδος αγριοαχλαδιάς»), του Τζ. Γουέλερ («Νησί με πολλές πηγές με έξοχο νερό»), του Τζ. Μόντακ («Οι κάτοικοι του νησιού είναι όλοι Έλληνες»), του Σ. Γκουφιέ («Η ανάμνηση αυτών των ευχάριστων τόπων θα ακολουθεί τον ταξειδιώτη παντού, όπου κι αν τον φέρει η μοίρα του»), του Ζ. Μπ. Ντέππινγκ («Η Ίμβρος στην αρχαιότητα ήταν πολύ πιο σημαντική»), του Α. Συνβέτ («Πολύ γοητευτική»), του Αλ. Κόνζε («Μια επίζηλη θέση για τα ελληνικά κράτη, που βασίζονταν στην θαλάσσια δύναμη τους») και του Κ. Φρίντριχ («Παραδεισιακά, ωραία φαίνονται τα νερά»).
Και ακολουθεί η περιήγησις, κατά τον τρόπο του Γ. Λεκάκη: Πρώτα τα ελληνικά χωριά και τοπωνύμια της Ίμβρου: Παναγιά (Gokceada ή Imroz), Άγιοι Θεόδωροι (Zeytinli - το πανόραμα της Παναγιάς), Άγ. Ευλάμπιος, Άγ. Κήρυκος (Kuzu Limani), Αγρίδια (η αετοφωλιά της Ίμβρου - Tepekoy), Αλυκή (Tuzla), Αρασιά, Αρίδα, Γλυκύ (Eski Bademli), Κασκαβάλια, Κάστρο (Kalekoy - το μόνο παραθαλάσσιο χωριό), Κόκκινα, Μάρμαρος, Πύργος (Yuvali), Ροξάδο (όπου έγινε η δοκιμή για το αρχαίο φράγμα του Μαραθώνος), και το Σχοινούδι (Derekoy - η σπονδυλική στήλη της Ίμβρου). Ακολουθεί μια χριστιανική περιήγησις με μνεία στην Παναγιά την Ιμβριώτισσα (τώρα στην Σαλαμίνα Πειραιώς). Στο δεύτερο μέρος της περιηγήσεως, τα μη ελληνικά χωριά της Ίμβρου: Έσελεκ (Eselek), Ουγουρλού (Ugurlu), Σαχίν-Καγιά (Sahinkaya), Σιρίν-Κιοϊ (Sirinkoy). Τέλος, τα νησιά γύρω από την Ίμβρο. Και ο Κανονισμός της κοινότητος Σχοινουδίου (Ίμβρου)!
Ακολουθούν τα άρθρα «Απόδραση… στην Ίμβρο. Μουσικοχορευτικό συγκρότημα Νάουσα Πάρου: Το πρώτο ελληνικό χορευτικό συγκρότημα στο μαρτυρικό νησί» και το «Οι πρώτοι Έλληνες πρόσκοποι στην Ίμβρο».
Το βιβλίο κλείνει με την βιβλιογραφία της Ίμβρου, με ιδιαίτερα κεφάλαια για την αρθρογραφία για το νησί, τις διημερίδες, τα συμπόσια και τα συνέδρια, που έγιναν γι’ αυτό και τις περιοδικές εκδόσεις, που εκδόθηκαν είτε στο νησί, είτε από Ιμβρίους για το νησί τους!
Το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε
a.. στην πόλη των Αθηνών (κεντρική διάθεση: Χαρ. Τρικούπη 24, εντός στοάς, τηλ. 210-64.40.021),
b.. στην Θεσσαλονίκη (endohora@yahoo.grΑυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. , τηλ. 6977.462.806),
c.. στην Αλεξανδρούπολη (Νικηταρά 23, ΤΚ 68100 Αλεξανδρούπολη, τηλ. και τηλεομοιότυπο 25510-32.423)
d.. και σε επιλεγμένα καλά βιβλιοπωλεία
Ετικέτες
Γιώργος Λεκάκης,
Ίμβρος,
νησί,
παιπαλόεσσα,
παρουσίαση βιβλίου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)