«ΤΑ ΚΛΙΚΙΑ»
Τα «κλίκια» (βυζαντινά κουλίκια) είναι ένα είδος γλυκού , καλύτερα, ένα είδος γλυκού ψωμιού. Παρασκευάζονται από ζυμάρι, ζάχαρη, λάδι και μαστίχα και ψήνονται στον ίδιο φούρνο πού ψήνονται και τα άλλα ψωμιά του γάμου. Από το πάνω μέρος τα στολίζουν με τρία «π’λούδια», ομοιώματα δηλαδή πουλιών, πού τα κάνουν επίσης από ζυμάρι. Πιστεύουν, ότι το πουλί φέρνει την ευτυχία.
Το πλάσιμο των «κλικιών» δεν είναι εύκολο πράγμα. Χρειάζεται μαεστρία και πολλή επιδεξιότητα. Γι’ αυτό ορισμένες μόνο γυναίκες φημίζονται για το γρήγορο και επιδέξιο πλάσιμο «κλικιών».
Τα «κλίκια», όπως και τις «φουρνόπ’τις», πριν τα στείλουν για κάλεσμα τα αλείφουν από πάνω με μέλι. Επειδή δε, όπως και παραπάνω έγινε λόγος, με «κλίκια» προσκαλούν τους στενούς συγγενείς, όταν κάποιος επισκέπτεται έναν άλλο σε ακατάλληλη ώρα, λόγου χάρη πολύ πρωί, συνηθίζουν να λένε ειρωνικά την εξής παροιμιώδη φράση: «τού κλίκ’ σι στείλαν κι’ ήρθις προυΐ προυΐ;».
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, μολονότι και τα «κλίκια» και οι «φουρνόπ’τις» και όλα τα άλλα ψωμιά και γλυκά του γάμου ψήνονται όλα μαζί την Παρασκευή, οι «φουρνόπ’τις» μοιράζονται την ίδια μέρα, αμέσως μετά το ψήσιμο, ενώ τα «κλίκια» την άλλη μέρα, το Σάββατο.
ΤΑ «ΜΙΛΟΥΜΕΝΑ ΚΛΙΚΙΑ»
Την Παρασκευή μαζί με τα άλλα γλυκά και ψωμιά ετοιμάζουν και τα τρία «μιλουμένα κλίκια». Τα «μιλουμένα κλίκια» μοιάζουν με μικρά στρογγυλά ψωμιά και τα λένε «μιλουμένα», επειδή τα αλείφουν από πάνω με μέλι, μολονότι και τα άλλα, όπως πιο πάνω έγινε λόγος, τα αλείφουν, πριν τα μοιράσουν, με μέλι. Αυτά τα τρία «μιλουμένα κλίκια» έχουν ειδικό προορισμό. Τη Δευτέρα μετά το γάμο τα παίρνει η νύφη και τα πηγαίνει στις τρεις γεροντότερες γυναίκες του χωριού και δίνει σε καθεμιά από ένα. Η κάθε γριά παίρνοντας το «μιλουμένου κλίκ’», τής εύχεται: «πολύχρουν’, τα χρόνια μ’ να πάρ’ς».
«ΤΟΥ ΚΛΙΦΤΟΥΨΩΜ’»
Μόλις βγάλουν από το φούρνο τις «φουρνόπ’τις», «μι ντούν ίδιου ντού φουρνητό», χωρίς δηλαδή να ξανακάψουν το φούρνο, μιά και διατηρεί ακόμη την απαραίτητη πύρα, βάζουν για ψήσιμο τα ψωμιά. Μπροστά μπροστά, προς την πόρτα του φούρνου, βάζουν μέσα σ’ ένα ταβά το «κλιφτουψώμ’», το ειδικό γλυκό ψωμί για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω. Από την ώρα πού θα βάλουν στο φούρνο το «κλιφτουψώμ’», ως την ώρα πού θα ψηθεί, η νοικοκυρά ή μια άλλη γυναίκα κάθεται κοντά στο φούρνο και το «φυλάγει» να μη το κλέψουν. Όταν ψηθεί—το «κλιφτουψώμ’»—, φεύγει αυτή η γυναίκα, ό φύλακας, να πούμε, του φούρνου και τότε αγόρια και κορίτσια, τρέχοντας με φωνές και τραγούδια, πηγαίνουν και «κλέβουν» το ειδικό αυτό ψωμί, πού γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το λένε «κλιφτουψώμ’». Το πηγαίνουν ύστερα στο σπίτι τής νύφης (εφόσον πρόκειται για το «κλιφτουψώμ’» της νύφης), το κόβουν σε μικρά κομμάτια, τα αλείφουν από πάνω με μέλι και μετά τα μοιράζουν στους ελευθέρους και τις ελεύθερες του χωριού «για να πάρ’ (πάρουν) του γούρ’», για να παντρευτούν δηλαδή γρήγορα. Προτού μάλιστα τα μοιράσουν, συνηθίζουν να στέλνουν ένα κομμάτι από το «κλιφτουψώμ’» του γαμπρού στη νύφη και ένα από της νύφης στο γαμπρό.
Οι ευχές πού συνηθίζουν να λένε οι ελεύθεροι και οι ελεύθερες, όταν παίρνουν το «κλιφτουψώμ’», είναι κατά κανόνα ίδιες μ’ εκείνες πού συνηθίζουν να λένε οι προσκαλούμενοι, όταν παίρνουν τα «κλίκια» και τις «φουρνόπ’τις»: «Η ώρα η καλή» κ.ά.
Την παράξενη και ιδιόρρυθμη συνήθεια να κλέβουν το ψωμί («κλιφτουψώμ’») θα μπορούσαμε ασφαλώς να τη συνδέσουμε με το έθιμο τής αρπαγής τής νύφης, ένα έθιμο πού, όπως γράφει ό καθηγητής τής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο τής Αθήνας κ. Κ. Ρωμαίος «προβάλλει σα σπονδυλική στήλη, σαν το βασικό αίτιο, σε ποικίλα επεισόδια της αρχαίας μυθολογίας. Ανακρατάει τη μακρυνή της ανάμνηση στη «μιμητική» αρπαγή της νύφης πού γίνεται ακόμα σε μερικά έθιμα του γάμου, ιδίως του νεοελληνικού, όπως παρουσιάζεται στα Ακριτικά τραγούδια, ιδίως στα επεισόδια τής ζωής του Διγενή Ακρίτα... Η καταγωγή του εθίμου αυτού έρχεται από κοινωνίες εθνολογικά πρωτόγονες και στερημένες από ικανή κεντρική διοικητική ασφάλεια».
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 516-517.
30/10/10
10/7/10
ΑΡΧΑΪΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ: ΛΕΞΕΙΣ ΑΜΕΣΗΣ Α.Ε. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ)
2.2. ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
Στο επίπεδο αυτό θα εξετάσουμε έναν σημαντικό αριθμό λέξεων που προέρχονται από την Α.Ε. Αναλόγως του είδους της προέλευσής τους μπορούν να διακριθούν σε άμεσες ή έμμεσες. Με τον όρο άμεσες νοούνται οι λέξεις του Ι.Ι. οι οποίες, με ορισμένες φωνολογικές ή/και σημασιολογικές διαφοροποιήσεις, απαντώνται αυτούσιες στην Α.Ε. προερχόμενες έτσι άμεσα από αυτήν, ενώ με τον όρο έμμεσες νοούνται λέξεις του Ι.Ι. οι οποίες δεν απαντώνται αυτούσιες στην Α.Ε., αλλά που προέρχονται κατά τρόπο έμμεσο από Α.Ε. στοιχεία.
Με την σειρά τους οι έμμεσες αυτές λεξικές μονάδες του Ι.Ι. κατηγοριοποιούνται σε λέξεις πλήρους ή μερικής Α.Ε. προέλευσης. Λέξεις πλήρους ή ολικής Α.Ε. προέλευσης είναι αυτές των οποίων όλα τα στοιχεία προέρχονται από την Α.Ε. ενώ αντιστοίχως μερικής ή τμηματικής Α.Ε. προέλευσης είναι οι λέξεις (σύνθετες ή παράγωγες)των οποίων το σύνολο των στοιχείων δεν προέρχονται από την Α.Ε. αλλά μόνο ένα μέρος, ένα τμήμα αυτών, αντλώντας έτσι στοιχεία και από άλλες γλώσσες και μάλιστα την Τουρκική.
2.2.1. Λέξεις άμεσης Α.Ε. προέλευσης
1. ΡΗΜΑΤΑ
αλάζουμι [ < αρχ. ελαύνω ] 1.κωπηλατώ, 2.κάνω βόλτα.
ανιρρ’φώ [ < αρχ. αναρροφέω-ω ] αναρουφώ, ξανακαταπίνω.
ανουρταλίζου [ < αρχ. ανορταλίζω ] αναφτερουγίζω, χτυπώ τις φτερούγες μου.
απουδέρνου [ < αρχ. αποδέρω ‘χτυπώ γδέρνω εντελώς’ ] χτυπώ δυνατά.
απουκλειώ [ < αρχ. αποκλείω ] αποκλείω.
αρίζου [ < αρχ. ερίζω ] φιλονεικώ, διαπληκτίζομαι.
αρλυέμι [ < αρχ. ωρύομαι ] ουρλιάζω.
βαγγιλίζου [ < αρχ. ευαγγελίζομαι ‘ φέρω καλές ειδήσεις’ ] διαβάζω, φυλάσσω το Ευαγγέλιο.
γανώνου [ < αρχ. γανόω-ώ ] γυαλίζω χάλκινα σκεύη.
γηρώ [ < αρχ. γηράω-ώ ] γερνώ.
’γραίνου [ < αρχ. υγραίνω ] μουσκεύω.
δαμάζου [ < αρχ. δαμάζω ] χτυπώ βίαια.
διαλλάσσου [ < αρχ. διαλλάσσω ‘συνδιαλλάσσομαι’ ] διαβαίνω, περνώ.
διαμιτρώ [ < αρχ. διαμετρώ ] (κατά)μετρώ.
διχώ [ < αρχ. διχάζω ‘διαιρώ’ ] εμποδίζω.
ζ’γκιρνώ [ < αρχ. συγκεράννυμι ] αναμειγνύω (ζεστό και κρύο νερό).
ζ’γκλαίγου [ < αρχ. συγκλαίω ] συλλυπούμαι.
ζ’γκουλλιέμι [ < αρχ. συγκολλάομαι – ώμαι ] εξαρτώμαι από κάποιον.
κ’τιάζου [ < αρχ. κοιτάζω ] 1.βάζω στο κρεβάτι, 2.πάω στο κρεβάτι.
καταπουνώ [ < αρχ. καταπονέω-ώ ] καταβάλλω, κουράζω, καταπονώ.
λ’γουρώ [ < αρχ. ολιγορέω-ώ ‘παραμελώ’ ] μου λείπει πολύ (κάποιος), λιμπίζομαι, λαχταρώ.
λαλώ [ < αρχ. λαλέω-ώ ] φωνάζω, μιλώ δυνατά.
λέχου [ < αρχ. ελέγχω ] ελέγχω.
λιέμι [ < αρχ. αλάομαι – ώμαι ] περιπλανιέμαι, γυρίζω άσκοπα.
μαστίζου [ < αρχ. μαστίζω ‘μαστιγώνω, δέρνω’ ] βασανίζω, ταλαιπορώ.
μέχουμι [ < αρχ. μάχομαι ] διάκειμαι εχθρικώς.
μιγαλύνου [ < αρχ. μεγαλύνω ] μεγαλώνω (αμετβ. – μτβ.).
μιταδένου [ < αρχ. μεταδέω ‘δένω διαφορετικά’ ] λύνω ένα ζώο από ένα μέρος και το δένω σε ένα άλλο.
μιταλλάσσου [ < αρχ. μεταλλάσσω ] αλλάζω, εναλλάσσω.
μιτέχου [ < αρχ. μετέχω ‘συμμετέχω’ ] (επί συζύγων) συνουσιάζομαι.
’μουλουγώ [ < αρχ. ομολογώ ‘συμφωνώ’ ] μιλώ.
νίφτου [ < αρχ. νίπτω ] πλένω
νουγώ [ < αρχ. νοέω-ώ ] κατανοώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι.
’ξ’πώ [ < αρχ. εκσυσπάω-ώ ] ξαφνιάζομαι, τρομάζω.
ξανιστήνου [ < αρχ. εξανίστημι ‘ανεγείρω’ ] ανασταίνω.
ξιμαργώνου [ < αρχ. εκμαργόω – ώ ‘τρελαίνω’ ] αναζωογονώ κάποιον που παραλίγο να παγώσει.
ξιπαίρνουμι [ < αρχ.εξεπαίρω ‘διεγείρω’ ] γίνομαι ψηλομύτης.
ξιτσ’λώ [ < αρχ. εκτιλάω – ώ ] εκκρίνω περιττώματα.
ξυώ [ < αρχ. ξύω ] ξύνω.
παραθέτου [ < αρχ. παρατίθημι ‘βάζω δίπλα’ ] μαζεύω προς φύλαξη.
παραμένου [ < αρχ. παραμένω ‘μένω κοντά’ ] ξαγρυπνώ στο πλευρό κάποιου.
’παρμέγου [ < αρχ. aπαμέλγω ‘βυζαίνω’ ] σταματώ το άρμεγμα.
’πικαθιρίζου [ < αρχ. αποκαθαίρω ] καθαρίζω.
’πισφίγγουμ’ [ < αρχ. aποσφίγγω ‘συσφίγγω’ ] σταματώ να σφίγγω, χαλαρώνω.
’πιτρίβου [ < αρχ. αποτρίβω ‘καθαρίζω διά τριβής’ ] σταματώ να τρίβω.
προυσάφτου [ < αρχ. προσάπτω ‘προσθέτω’ ] ανάβω φωτιά με προσάναμμα.
ρ’γώ [ < αρχ. ριγόω-ώ ] κρυώνω, ριγώ.
σ’ναλλάσσου [ < αρχ. συναλλάσσω ] αλλάζω.
φτ’ώ [ < αρχ. πτύω ] φτύνω.
χριώ [ < αρχ. χρίω ] ασβεστώνω, ασπρίζω, αλείφω.
2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
αγριά [ < αρχ. αγριάς ] αγριάδα, είδος αγριόχορτου.
Αγρίδια [ < αρχ. αγρίδιον ‘μικρός αγρός’ ] τοπωνύμιο.
άδραχτους [ < αρχ. άτρακτος ] αδράχτι.
ακόν’,το [ < αρχ. ακόνη ] ακόνη.
άναψ’ [ < αρχ. άναψις ‘άναμμα’ ] 1.ζέστη, 2.δίψα.
απίλουγους [ < αρχ. απόλογος ‘διήγηση’ ] τελευταία λέξη του ετοιμοθάνατου.
αφουδιά [ < αρχ. άφοδος,η ] έκκριμα, περίττωμα.
β’νί [ < αρχ. βουνός ] βουνό.
βαλάν’ [ < αρχ. βάλανος ] βελανίδι.
γουνιά [ < αρχ. γωνία ] εστία, τζάκι.
’γριότ’ [ < αρχ. υγρότης ] υγρότητα, υγρασία.
δαμάλα [ < αρχ. δάμαλις ] μικρή αγελάδα που δεν γέννησε ακόμη.
’δρόλ’πας [ < αρχ. υδρολαίλαψ ‘ανεμοθύελλα’ ] ψιλή βροχούλα.
ζ’γός [ < αρχ. ζυγός ] μακρύ ξύλο του αλετριού που μπαίνει στον σβέρκο των βοδιών.
θέρους [ < αρχ. θέρος ] θέρισμα.
ίδρους [ < αρχ. ιδρώς ] ιδρώτας.
κ’νό [ < αρχ. κοινόν ] κοινότητα.
καταρράχτ’ς [ < αρχ. καταρράκτης ] καταπακτή.
κατέβασ’ [ < αρχ. κατάβασις ] 1.κάθοδος, 2.καταρροή.
κουμμός [ < αρχ. κομμός ‘χτύπημα’ ] εξάντληση.
κρυφτής [ < αρχ. κρύπτη ] κρυφτό.
λ’για [ < αρχ. λύγος,η ] λυγαριά.
λούβα [ < αρχ. λώβη ] λέπρα.
μ’κριότ’ [ < αρχ. μικρότης ] μικρότητα.
μ’ναίου [ < αρχ. μηνιαίος ] μηνιάτικο.
νάμα [ < αρχ. νάμα ‘τρεχούμενο νερό’ ] κρασί θείας κοινωνίας.
ξόγανου [ < αρχ. ξόανον ] (ειρων.) βλάκας, γελοίος.
όμπυους [ < αρχ. έμπυος ‘ο έχων πύον’ ] πύον.
ούγια [ < αρχ. ώα ‘περιθώριο’ ] άκρη υφάσματος.
ουρτιά [ < αρχ. ορθή ] η ‘καλή’, μπροστινή πλευρά υφάσματος.
παίδους [ < αρχ. παίς ] νεαρός.
παλιότ’ [ < αρχ. παλαιότης ] παλαιότητα.
παραστατό [ < αρχ. παραστάτης ‘ ο στεκόμενος κοντά σε κάποιον’ ] παραστάδα πόρτας.
ρίγους [ < αρχ. ρίγους ] ανατριχίλα.
σεύκλου [ < αρχ. σεύτλον ] σέσκουλο.
’στιά [ < αρχ. εστία ] εστία, τζάκι.
στίμα [ < αρχ. στίγμα ] λεκές, κυλίδα.
σφουγγούνα [ < αρχ. σπογγιά ] πνεύμονας.
ταγή [ < αρχ. ταγή ‘διευθέτηση’ ] ζωοτροφές.
τέκνου [ < αρχ. τέκνον ] παιδί.
τρόχαλους [ < αρχ. τροχαλός ‘στρογγυλός’ ] ξερολιθιά.
φ’λιά [ < αρχ. φιλία ] 1.φιλία, 2.φιλοδώρημα.
’φάλ’ [ < αρχ. ομφαλός ‘κεντρικό σημείο’ ] καταπακτή.
φθίσ’ [ < αρχ. φθίσις ] φυματίωση.
χ’λιάρ’ [ < αρχ. κοχλίας ] 1.κουτάλι, 2.(μτφρ. – ειρων.) κουτσομπόλης.
χ’μάδέλ’ [ < αρχ. χειμάδιον ] μικρό μέρος για ξεχειμώνιασμα.
χιουνιάς [ < αρχ. χιών ‘χειμώνας’ ] καιρός που χαρακτηρίζεται από δριμύ ψύχος.
ψαθί [ < αρχ. ψίαθος ] μικρή ψάθα.
3. ΕΠΙΘΕΤΑ
άκρατους [ < αρχ. άκρατος ] γνήσιος
αλλόφ’λους [ < αρχ. αλλόφυλος ‘ξένος’ ] Διάβολος, Αντίχριστος.
αν’φέλ’τους [ < αρχ. ανωφέλητος ‘άχρηστος’ ] 1.αδύναμος, 2.άτακτος.
άπ’ρους [ < αρχ. άπυρος ] άβραστος.
αχείμαστους [ < αρχ. αχείμαστος ‘ο άνευ τρικυμιών’ ] ο άνευ χιονοπτώσεων.
βλάστ’μους [ < αρχ. βλάσφημος ] υβριστής.
’γρός [ < αρχ. υγρός ] βρεγμένος.
μανός [ < αρχ. μανός ] χαλαρός, πλαδαρός.
μιλιχόν’ς [ < αρχ. μελάγχολος ‘ο πάσχων από ίκτερο’ ] φιλάσθενος.
παράβατους [ < αρχ. παραβάτης ] άτακτος.
παραβλιπός [ < αρχ. παραβλώψ ] αλλοίθωρος.
σκατουφάς [ < αρχ. σκατοφάγος ] (μτφρ. – υβρ.) ευτελής άνθρωπος.
τιμ’κός [ < αρχ. τιμητικός ‘ο εκτιμών την αξία κάποιου πράγματος’ ] αξιοσέβαστος.
ψιακός [ < αρχ. ψίαξ ‘σταγόνα’ ] πολύ πικρός.
Πηγή: Τζαβάρας Ξενοφών 2003: "Αρχαϊκά στοχεία στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου", Πρακτικά του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικής Διαλεκτολογίας (Αθήνα 6-8 Δεκεμβρίου 2001): 499-504.
Στο επίπεδο αυτό θα εξετάσουμε έναν σημαντικό αριθμό λέξεων που προέρχονται από την Α.Ε. Αναλόγως του είδους της προέλευσής τους μπορούν να διακριθούν σε άμεσες ή έμμεσες. Με τον όρο άμεσες νοούνται οι λέξεις του Ι.Ι. οι οποίες, με ορισμένες φωνολογικές ή/και σημασιολογικές διαφοροποιήσεις, απαντώνται αυτούσιες στην Α.Ε. προερχόμενες έτσι άμεσα από αυτήν, ενώ με τον όρο έμμεσες νοούνται λέξεις του Ι.Ι. οι οποίες δεν απαντώνται αυτούσιες στην Α.Ε., αλλά που προέρχονται κατά τρόπο έμμεσο από Α.Ε. στοιχεία.
Με την σειρά τους οι έμμεσες αυτές λεξικές μονάδες του Ι.Ι. κατηγοριοποιούνται σε λέξεις πλήρους ή μερικής Α.Ε. προέλευσης. Λέξεις πλήρους ή ολικής Α.Ε. προέλευσης είναι αυτές των οποίων όλα τα στοιχεία προέρχονται από την Α.Ε. ενώ αντιστοίχως μερικής ή τμηματικής Α.Ε. προέλευσης είναι οι λέξεις (σύνθετες ή παράγωγες)των οποίων το σύνολο των στοιχείων δεν προέρχονται από την Α.Ε. αλλά μόνο ένα μέρος, ένα τμήμα αυτών, αντλώντας έτσι στοιχεία και από άλλες γλώσσες και μάλιστα την Τουρκική.
2.2.1. Λέξεις άμεσης Α.Ε. προέλευσης
1. ΡΗΜΑΤΑ
αλάζουμι [ < αρχ. ελαύνω ] 1.κωπηλατώ, 2.κάνω βόλτα.
ανιρρ’φώ [ < αρχ. αναρροφέω-ω ] αναρουφώ, ξανακαταπίνω.
ανουρταλίζου [ < αρχ. ανορταλίζω ] αναφτερουγίζω, χτυπώ τις φτερούγες μου.
απουδέρνου [ < αρχ. αποδέρω ‘χτυπώ γδέρνω εντελώς’ ] χτυπώ δυνατά.
απουκλειώ [ < αρχ. αποκλείω ] αποκλείω.
αρίζου [ < αρχ. ερίζω ] φιλονεικώ, διαπληκτίζομαι.
αρλυέμι [ < αρχ. ωρύομαι ] ουρλιάζω.
βαγγιλίζου [ < αρχ. ευαγγελίζομαι ‘ φέρω καλές ειδήσεις’ ] διαβάζω, φυλάσσω το Ευαγγέλιο.
γανώνου [ < αρχ. γανόω-ώ ] γυαλίζω χάλκινα σκεύη.
γηρώ [ < αρχ. γηράω-ώ ] γερνώ.
’γραίνου [ < αρχ. υγραίνω ] μουσκεύω.
δαμάζου [ < αρχ. δαμάζω ] χτυπώ βίαια.
διαλλάσσου [ < αρχ. διαλλάσσω ‘συνδιαλλάσσομαι’ ] διαβαίνω, περνώ.
διαμιτρώ [ < αρχ. διαμετρώ ] (κατά)μετρώ.
διχώ [ < αρχ. διχάζω ‘διαιρώ’ ] εμποδίζω.
ζ’γκιρνώ [ < αρχ. συγκεράννυμι ] αναμειγνύω (ζεστό και κρύο νερό).
ζ’γκλαίγου [ < αρχ. συγκλαίω ] συλλυπούμαι.
ζ’γκουλλιέμι [ < αρχ. συγκολλάομαι – ώμαι ] εξαρτώμαι από κάποιον.
κ’τιάζου [ < αρχ. κοιτάζω ] 1.βάζω στο κρεβάτι, 2.πάω στο κρεβάτι.
καταπουνώ [ < αρχ. καταπονέω-ώ ] καταβάλλω, κουράζω, καταπονώ.
λ’γουρώ [ < αρχ. ολιγορέω-ώ ‘παραμελώ’ ] μου λείπει πολύ (κάποιος), λιμπίζομαι, λαχταρώ.
λαλώ [ < αρχ. λαλέω-ώ ] φωνάζω, μιλώ δυνατά.
λέχου [ < αρχ. ελέγχω ] ελέγχω.
λιέμι [ < αρχ. αλάομαι – ώμαι ] περιπλανιέμαι, γυρίζω άσκοπα.
μαστίζου [ < αρχ. μαστίζω ‘μαστιγώνω, δέρνω’ ] βασανίζω, ταλαιπορώ.
μέχουμι [ < αρχ. μάχομαι ] διάκειμαι εχθρικώς.
μιγαλύνου [ < αρχ. μεγαλύνω ] μεγαλώνω (αμετβ. – μτβ.).
μιταδένου [ < αρχ. μεταδέω ‘δένω διαφορετικά’ ] λύνω ένα ζώο από ένα μέρος και το δένω σε ένα άλλο.
μιταλλάσσου [ < αρχ. μεταλλάσσω ] αλλάζω, εναλλάσσω.
μιτέχου [ < αρχ. μετέχω ‘συμμετέχω’ ] (επί συζύγων) συνουσιάζομαι.
’μουλουγώ [ < αρχ. ομολογώ ‘συμφωνώ’ ] μιλώ.
νίφτου [ < αρχ. νίπτω ] πλένω
νουγώ [ < αρχ. νοέω-ώ ] κατανοώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι.
’ξ’πώ [ < αρχ. εκσυσπάω-ώ ] ξαφνιάζομαι, τρομάζω.
ξανιστήνου [ < αρχ. εξανίστημι ‘ανεγείρω’ ] ανασταίνω.
ξιμαργώνου [ < αρχ. εκμαργόω – ώ ‘τρελαίνω’ ] αναζωογονώ κάποιον που παραλίγο να παγώσει.
ξιπαίρνουμι [ < αρχ.εξεπαίρω ‘διεγείρω’ ] γίνομαι ψηλομύτης.
ξιτσ’λώ [ < αρχ. εκτιλάω – ώ ] εκκρίνω περιττώματα.
ξυώ [ < αρχ. ξύω ] ξύνω.
παραθέτου [ < αρχ. παρατίθημι ‘βάζω δίπλα’ ] μαζεύω προς φύλαξη.
παραμένου [ < αρχ. παραμένω ‘μένω κοντά’ ] ξαγρυπνώ στο πλευρό κάποιου.
’παρμέγου [ < αρχ. aπαμέλγω ‘βυζαίνω’ ] σταματώ το άρμεγμα.
’πικαθιρίζου [ < αρχ. αποκαθαίρω ] καθαρίζω.
’πισφίγγουμ’ [ < αρχ. aποσφίγγω ‘συσφίγγω’ ] σταματώ να σφίγγω, χαλαρώνω.
’πιτρίβου [ < αρχ. αποτρίβω ‘καθαρίζω διά τριβής’ ] σταματώ να τρίβω.
προυσάφτου [ < αρχ. προσάπτω ‘προσθέτω’ ] ανάβω φωτιά με προσάναμμα.
ρ’γώ [ < αρχ. ριγόω-ώ ] κρυώνω, ριγώ.
σ’ναλλάσσου [ < αρχ. συναλλάσσω ] αλλάζω.
φτ’ώ [ < αρχ. πτύω ] φτύνω.
χριώ [ < αρχ. χρίω ] ασβεστώνω, ασπρίζω, αλείφω.
2. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
αγριά [ < αρχ. αγριάς ] αγριάδα, είδος αγριόχορτου.
Αγρίδια [ < αρχ. αγρίδιον ‘μικρός αγρός’ ] τοπωνύμιο.
άδραχτους [ < αρχ. άτρακτος ] αδράχτι.
ακόν’,το [ < αρχ. ακόνη ] ακόνη.
άναψ’ [ < αρχ. άναψις ‘άναμμα’ ] 1.ζέστη, 2.δίψα.
απίλουγους [ < αρχ. απόλογος ‘διήγηση’ ] τελευταία λέξη του ετοιμοθάνατου.
αφουδιά [ < αρχ. άφοδος,η ] έκκριμα, περίττωμα.
β’νί [ < αρχ. βουνός ] βουνό.
βαλάν’ [ < αρχ. βάλανος ] βελανίδι.
γουνιά [ < αρχ. γωνία ] εστία, τζάκι.
’γριότ’ [ < αρχ. υγρότης ] υγρότητα, υγρασία.
δαμάλα [ < αρχ. δάμαλις ] μικρή αγελάδα που δεν γέννησε ακόμη.
’δρόλ’πας [ < αρχ. υδρολαίλαψ ‘ανεμοθύελλα’ ] ψιλή βροχούλα.
ζ’γός [ < αρχ. ζυγός ] μακρύ ξύλο του αλετριού που μπαίνει στον σβέρκο των βοδιών.
θέρους [ < αρχ. θέρος ] θέρισμα.
ίδρους [ < αρχ. ιδρώς ] ιδρώτας.
κ’νό [ < αρχ. κοινόν ] κοινότητα.
καταρράχτ’ς [ < αρχ. καταρράκτης ] καταπακτή.
κατέβασ’ [ < αρχ. κατάβασις ] 1.κάθοδος, 2.καταρροή.
κουμμός [ < αρχ. κομμός ‘χτύπημα’ ] εξάντληση.
κρυφτής [ < αρχ. κρύπτη ] κρυφτό.
λ’για [ < αρχ. λύγος,η ] λυγαριά.
λούβα [ < αρχ. λώβη ] λέπρα.
μ’κριότ’ [ < αρχ. μικρότης ] μικρότητα.
μ’ναίου [ < αρχ. μηνιαίος ] μηνιάτικο.
νάμα [ < αρχ. νάμα ‘τρεχούμενο νερό’ ] κρασί θείας κοινωνίας.
ξόγανου [ < αρχ. ξόανον ] (ειρων.) βλάκας, γελοίος.
όμπυους [ < αρχ. έμπυος ‘ο έχων πύον’ ] πύον.
ούγια [ < αρχ. ώα ‘περιθώριο’ ] άκρη υφάσματος.
ουρτιά [ < αρχ. ορθή ] η ‘καλή’, μπροστινή πλευρά υφάσματος.
παίδους [ < αρχ. παίς ] νεαρός.
παλιότ’ [ < αρχ. παλαιότης ] παλαιότητα.
παραστατό [ < αρχ. παραστάτης ‘ ο στεκόμενος κοντά σε κάποιον’ ] παραστάδα πόρτας.
ρίγους [ < αρχ. ρίγους ] ανατριχίλα.
σεύκλου [ < αρχ. σεύτλον ] σέσκουλο.
’στιά [ < αρχ. εστία ] εστία, τζάκι.
στίμα [ < αρχ. στίγμα ] λεκές, κυλίδα.
σφουγγούνα [ < αρχ. σπογγιά ] πνεύμονας.
ταγή [ < αρχ. ταγή ‘διευθέτηση’ ] ζωοτροφές.
τέκνου [ < αρχ. τέκνον ] παιδί.
τρόχαλους [ < αρχ. τροχαλός ‘στρογγυλός’ ] ξερολιθιά.
φ’λιά [ < αρχ. φιλία ] 1.φιλία, 2.φιλοδώρημα.
’φάλ’ [ < αρχ. ομφαλός ‘κεντρικό σημείο’ ] καταπακτή.
φθίσ’ [ < αρχ. φθίσις ] φυματίωση.
χ’λιάρ’ [ < αρχ. κοχλίας ] 1.κουτάλι, 2.(μτφρ. – ειρων.) κουτσομπόλης.
χ’μάδέλ’ [ < αρχ. χειμάδιον ] μικρό μέρος για ξεχειμώνιασμα.
χιουνιάς [ < αρχ. χιών ‘χειμώνας’ ] καιρός που χαρακτηρίζεται από δριμύ ψύχος.
ψαθί [ < αρχ. ψίαθος ] μικρή ψάθα.
3. ΕΠΙΘΕΤΑ
άκρατους [ < αρχ. άκρατος ] γνήσιος
αλλόφ’λους [ < αρχ. αλλόφυλος ‘ξένος’ ] Διάβολος, Αντίχριστος.
αν’φέλ’τους [ < αρχ. ανωφέλητος ‘άχρηστος’ ] 1.αδύναμος, 2.άτακτος.
άπ’ρους [ < αρχ. άπυρος ] άβραστος.
αχείμαστους [ < αρχ. αχείμαστος ‘ο άνευ τρικυμιών’ ] ο άνευ χιονοπτώσεων.
βλάστ’μους [ < αρχ. βλάσφημος ] υβριστής.
’γρός [ < αρχ. υγρός ] βρεγμένος.
μανός [ < αρχ. μανός ] χαλαρός, πλαδαρός.
μιλιχόν’ς [ < αρχ. μελάγχολος ‘ο πάσχων από ίκτερο’ ] φιλάσθενος.
παράβατους [ < αρχ. παραβάτης ] άτακτος.
παραβλιπός [ < αρχ. παραβλώψ ] αλλοίθωρος.
σκατουφάς [ < αρχ. σκατοφάγος ] (μτφρ. – υβρ.) ευτελής άνθρωπος.
τιμ’κός [ < αρχ. τιμητικός ‘ο εκτιμών την αξία κάποιου πράγματος’ ] αξιοσέβαστος.
ψιακός [ < αρχ. ψίαξ ‘σταγόνα’ ] πολύ πικρός.
Πηγή: Τζαβάρας Ξενοφών 2003: "Αρχαϊκά στοχεία στο γλωσσικό ιδίωμα της Ίμβρου", Πρακτικά του Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικής Διαλεκτολογίας (Αθήνα 6-8 Δεκεμβρίου 2001): 499-504.
15/6/10
Ο ΨΥΧΟΡΡΑΓΩΝ ΝΑΥΤΙΚΟΣ (Δημοτικό Τραγούδι της Ίμβρου)
Αλλοί ’στο νιο π’ αρρώστησε στου καραβιού την πλώρη.
Μάννα δεν έχει να τον κλαίη, κόρη να τον λυπάται,
μήδ’ αδερφή, μήδ’ αδερφό, για να τον λεημονάται.
Τον κλαίει η νύχτα κ’ η αυγή, τ’ άστρο και το φεγγάρι
κ’ οι ναύτες τον φωνάζουνε – Σήκου να κομμαντάρης.
- Εγώ σας λέγω δεν μπορώ, και σείς μου λέτε σήκου.
Σηκώτε με να σηκωθώ, και βάλτε με να κάτσω
και δώστε με τη χάρτα μου για να την εδιαβάσω.
Γλέπετε τούτο το νησί το δώθε τ’ αποκείθε;
Εκεί θα πά’ να αράξωμε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
Πήγανε και αράξανε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
- Άντιστε γέροι, για νερό και σείς παιδιά για ξύλα
και σείς μικρά μουτσόπουλα ανοίξετε το μνήμα.
Παρακαλώ αδέρφια μου και προσκυνώ σας κιόλα
μήδε μακρύ, μήδε φαρδύ, μηδέ πολλά μεγάλο,
κ’ απ’ την δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παναθύρι,
νά ρχωνται τ’ άγρια πουλιά, να λιανοχωρατεύω.
Πουλί μ’ αν πας στον τόπο μου, κ’ αν βρης και τους δικούς μου,
μην πης τους πως απόθανα κ’ ανάψουν τα κεριά μου,
μόν πες τους πως πανδρεύθηκα ’στα μακρυά στα ξένα,
πήρα την πλάκα πεθερά, την μαύρη γη γυναίκα.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 102-103.
Μάννα δεν έχει να τον κλαίη, κόρη να τον λυπάται,
μήδ’ αδερφή, μήδ’ αδερφό, για να τον λεημονάται.
Τον κλαίει η νύχτα κ’ η αυγή, τ’ άστρο και το φεγγάρι
κ’ οι ναύτες τον φωνάζουνε – Σήκου να κομμαντάρης.
- Εγώ σας λέγω δεν μπορώ, και σείς μου λέτε σήκου.
Σηκώτε με να σηκωθώ, και βάλτε με να κάτσω
και δώστε με τη χάρτα μου για να την εδιαβάσω.
Γλέπετε τούτο το νησί το δώθε τ’ αποκείθε;
Εκεί θα πά’ να αράξωμε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
Πήγανε και αράξανε ’ς ένα ’γαθόν λιμνιώνα.
- Άντιστε γέροι, για νερό και σείς παιδιά για ξύλα
και σείς μικρά μουτσόπουλα ανοίξετε το μνήμα.
Παρακαλώ αδέρφια μου και προσκυνώ σας κιόλα
μήδε μακρύ, μήδε φαρδύ, μηδέ πολλά μεγάλο,
κ’ απ’ την δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παναθύρι,
νά ρχωνται τ’ άγρια πουλιά, να λιανοχωρατεύω.
Πουλί μ’ αν πας στον τόπο μου, κ’ αν βρης και τους δικούς μου,
μην πης τους πως απόθανα κ’ ανάψουν τα κεριά μου,
μόν πες τους πως πανδρεύθηκα ’στα μακρυά στα ξένα,
πήρα την πλάκα πεθερά, την μαύρη γη γυναίκα.
Πηγή: Μανόλης Ανδρόνικος: "Μελέτη δημοτικών τινών ασμάτων της Ίμβρου", Λεύκωμα της νήσου Ίμβρου, εν Αθήναις: 102-103.
Ετικέτες
δημοτικό τραγούδι,
ήθη και έθιμα,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
ναυτικός
1/6/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)
Το πρωί της Πέμπτης, τρεις δηλαδή μέρες πριν από την Κυριακή του γάμου, στο σπίτι του γαμπρού και τής νύφης συγκεντρώνονται γυναίκες από το συγγενικό τους περιβάλλον και «κουσκ’νίζ’ τ’ αλεύρια», ετοιμάζουν δηλαδή το αλεύρι για τα ψωμιά του γάμου.
Την άλλη μέρα τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και τής νύφης συγκεντρώνονται κορίτσια αμφιθαλή και ετοιμάζουν τα απαραίτητα για το γάμο ψωμιά και γλυκά. Άλλα ετοιμάζουν τα «‘μυγδαλουτά», άλλα τα «παντεσπάνια» και άλλα «ζ’μών’ τα ψουμιά».
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, ότι μαζί με τα άλλα ψωμιά ζυμώνουν και ένα ειδικό γλυκό ψωμί, πού, όπως θα δούμε πιο κάτω, το λένε «κλιφτουψώμ’». Παρασκευάζεται από αλεύρι, ζάχαρη, βούτυρο, αυγά και σόδα.
Όταν ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα ψωμιά και γλυκά, ανάβουν το φούρνο για να τα ψήσουν. Πρώτα πρώτα ψήνουν τις «φουρνόπ’τις». Οι «φουρνόπ’τις» παρασκευάζονται από το ίδιο ζυμάρι πού παρασκευάζονται και τα άλλα ψωμιά του γάμου. Είναι όμως πολύ λεπτές και γι’ αυτό ψήνονται πολύ γρήγορα, σε 2-3 λεπτά τής ώρας. Αυτός ακριβώς είναι ό λόγος πού στο χωριό Σχοινούδι τις λένε «γουργόπ’τις», επειδή δηλαδή ψήνονται γοργά, πάρα πολύ γρήγορα. Στο χωριό Άγιοι Θεόδωροι, ιδιαίτερη πατρίδα του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής κ.κ. Ιακώβου, τις λένε «ζιστουψώμ’», επειδή τις τρώνε πολύ ζεστές, μόλις τις βγάλουν από το φούρνο.
Αφού βγάλουν τις «φουρνόπ’τις» από το φούρνο, κόβουν την κάθε μια σταυρωτά σε τέσσερα κομμάτια, τα αλείφουν από πάνω με μέλι και μετά στέλνουν ένα κομμάτι σε κάθε οικογένεια πού θέλουν να καλέσουν στο γάμο.
Αποτελεί δηλαδή το μοίρασμα των κομματιών από τις «φουρνόπ’τις» ένα είδος γενικού καλέσματος στο γάμο. Γιατί τούς πολύ στενούς συγγενείς (αδέρφια, κουμπάρο κτλ.) τούς προσκαλούν και με φουρνόπ’τα και με «κλίκ’» (πρβλ. «Σι καλέσαν ζντού γάμου; — Μι καλέσαν κι μι φέραν κι κλίκ’»). Γι’ αυτό για κείνους πού παίρνουν μέρος στο γάμο (φαγητό, γλέντι) χωρίς να τούς έχουν καλέσει ούτε και με «φουρνόπ’τα», συνηθίζουν να λένε τη γνωστή κι’ από άλλες περιοχές παροιμιώδη φράση: «ακάλιστους γάδαρους ζντού γάμου τι γυρεύ’;»
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 515-516.
Την άλλη μέρα τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και τής νύφης συγκεντρώνονται κορίτσια αμφιθαλή και ετοιμάζουν τα απαραίτητα για το γάμο ψωμιά και γλυκά. Άλλα ετοιμάζουν τα «‘μυγδαλουτά», άλλα τα «παντεσπάνια» και άλλα «ζ’μών’ τα ψουμιά».
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, ότι μαζί με τα άλλα ψωμιά ζυμώνουν και ένα ειδικό γλυκό ψωμί, πού, όπως θα δούμε πιο κάτω, το λένε «κλιφτουψώμ’». Παρασκευάζεται από αλεύρι, ζάχαρη, βούτυρο, αυγά και σόδα.
Όταν ετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα ψωμιά και γλυκά, ανάβουν το φούρνο για να τα ψήσουν. Πρώτα πρώτα ψήνουν τις «φουρνόπ’τις». Οι «φουρνόπ’τις» παρασκευάζονται από το ίδιο ζυμάρι πού παρασκευάζονται και τα άλλα ψωμιά του γάμου. Είναι όμως πολύ λεπτές και γι’ αυτό ψήνονται πολύ γρήγορα, σε 2-3 λεπτά τής ώρας. Αυτός ακριβώς είναι ό λόγος πού στο χωριό Σχοινούδι τις λένε «γουργόπ’τις», επειδή δηλαδή ψήνονται γοργά, πάρα πολύ γρήγορα. Στο χωριό Άγιοι Θεόδωροι, ιδιαίτερη πατρίδα του Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής κ.κ. Ιακώβου, τις λένε «ζιστουψώμ’», επειδή τις τρώνε πολύ ζεστές, μόλις τις βγάλουν από το φούρνο.
Αφού βγάλουν τις «φουρνόπ’τις» από το φούρνο, κόβουν την κάθε μια σταυρωτά σε τέσσερα κομμάτια, τα αλείφουν από πάνω με μέλι και μετά στέλνουν ένα κομμάτι σε κάθε οικογένεια πού θέλουν να καλέσουν στο γάμο.
Αποτελεί δηλαδή το μοίρασμα των κομματιών από τις «φουρνόπ’τις» ένα είδος γενικού καλέσματος στο γάμο. Γιατί τούς πολύ στενούς συγγενείς (αδέρφια, κουμπάρο κτλ.) τούς προσκαλούν και με φουρνόπ’τα και με «κλίκ’» (πρβλ. «Σι καλέσαν ζντού γάμου; — Μι καλέσαν κι μι φέραν κι κλίκ’»). Γι’ αυτό για κείνους πού παίρνουν μέρος στο γάμο (φαγητό, γλέντι) χωρίς να τούς έχουν καλέσει ούτε και με «φουρνόπ’τα», συνηθίζουν να λένε τη γνωστή κι’ από άλλες περιοχές παροιμιώδη φράση: «ακάλιστους γάδαρους ζντού γάμου τι γυρεύ’;»
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 515-516.
Ετικέτες
γάμος,
γλωσσικό ιδίωμα,
ήθη και έθιμα,
ιμβριακό ιδίωμα,
Ίμβρος,
λαογραφία,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
23/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (ΧΡΟΝΟΣ - ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)
ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ο γάμος στην Ίμβρο κανονικά γίνεται μέσα σ’ ένα χρόνο από τον αρραβώνα. Συνηθίζουν μάλιστα να κάνουν τούς γάμους κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι ατέλειωτες γεωργοκτηνοτροφικές δουλειές του καλοκαιριού δεν επιτρέπουν στους Ιμβρίους να... ασχολούνται την περίοδο αυτή με γάμους και διασκεδάσεις. Μετά το δεκαπενταύγουστο όμως, πού αρχίζουν να περιορίζονται κάπως οι δουλειές, αρχίζουν και οι γάμοι.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο συνήθως παντρεύονται όσοι βιάζονται να στεφανωθούν από πρόωρη εγκυμοσύνη τής νύφης. Τα παιδιά πού γεννιούνται από τέτοιους γάμους, δηλαδή προτού να συμπληρωθούν εννιά μήνες από τη μέρα του γάμου, τα λένε «κατσιάϊκα» (Τουρκ. kagak σημαίνει δραπέτης, λαθραίος) (πρβλ. «ντού Θιρ’νό κι ντουν Αλουντί μόν’ κάνα κατσιάϊκου γάμου κάν’»).
Ακόμη, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν γάμους το Μάιο. Υπάρχει πρόληψη, ότι ό γάμος πού γίνεται Μάιο μήνα είναι αποτυχημένος. Πιστεύουν ότι από τέτοιους γάμους γεννιούνται παιδιά μαγεμένα και ότι το αντρόγυνο μαλώνει σ’ όλη του τη ζωή. (Πρβλ. «ντού Μα’ δε γκάνουμ’ γάμ’, γιατί γίν’ντιν μαγιμένα τα πιδγιά κι μαλών’ τα αντρόγυνα»).
Αποφεύγουν επίσης να κάνουν γάμους το Φεβρουάριο, γιατί είναι «κ’τσουφλέβαρους» (πρβλ. «ντού κ’τσουφλέβαρου δε γκάνουμ’ γάμ’. Η μήνας δεν είνι καλός, είνι κ’τσός»).
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ύστερα από τις «γιαρ’βώνις», τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και της νύφης επισπεύδονται, όπως είναι φυσικό, οι διάφορες εργασίες, αφού την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα πρέπει όλα να είναι έτοιμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τις τελευταίες αυτές πριν από το γάμο μέρες βοηθούν τις δυό οικογένειες πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Περισσότερο δε βοηθούν την οικογένεια τής νύφης πού έχει τις πιο πολλές δουλειές και φροντίδες. (Ετοιμάζουν τα αμύγδαλα τα αμυγδαλωτά, στρώνουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν, ψήνουν τα ψωμιά κτλ.).
Η νύφη συνήθως δε δουλεύει, αλλά παρακολουθεί και δίνει οδηγίες στις άλλες γυναίκες. Οι πολύ δουλευτάρες όμως όχι μόνο αποφεύγουν να δίνουν οδηγίες και εντολές, αλλά δουλεύουν και μάλιστα εντατικά για να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα οι δουλειές.
Όλες αυτές οι δουλειές (στρωσίματα, σιδερώματα κτλ.) γίνονται την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα και κυρίως τις τρεις πρώτες μέρες (Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη), γιατί από την Πέμπτη κι’ ύστερα αρχίζουν άλλες πιο βαριές δουλειές (το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών, η ετοιμασία και το ψήσιμο των γλυκών κτλ.).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 514-515.
Ο γάμος στην Ίμβρο κανονικά γίνεται μέσα σ’ ένα χρόνο από τον αρραβώνα. Συνηθίζουν μάλιστα να κάνουν τούς γάμους κατά τη χειμερινή περίοδο. Οι ατέλειωτες γεωργοκτηνοτροφικές δουλειές του καλοκαιριού δεν επιτρέπουν στους Ιμβρίους να... ασχολούνται την περίοδο αυτή με γάμους και διασκεδάσεις. Μετά το δεκαπενταύγουστο όμως, πού αρχίζουν να περιορίζονται κάπως οι δουλειές, αρχίζουν και οι γάμοι.
Τον Ιούνιο και Ιούλιο συνήθως παντρεύονται όσοι βιάζονται να στεφανωθούν από πρόωρη εγκυμοσύνη τής νύφης. Τα παιδιά πού γεννιούνται από τέτοιους γάμους, δηλαδή προτού να συμπληρωθούν εννιά μήνες από τη μέρα του γάμου, τα λένε «κατσιάϊκα» (Τουρκ. kagak σημαίνει δραπέτης, λαθραίος) (πρβλ. «ντού Θιρ’νό κι ντουν Αλουντί μόν’ κάνα κατσιάϊκου γάμου κάν’»).
Ακόμη, αποφεύγουν συστηματικά να κάνουν γάμους το Μάιο. Υπάρχει πρόληψη, ότι ό γάμος πού γίνεται Μάιο μήνα είναι αποτυχημένος. Πιστεύουν ότι από τέτοιους γάμους γεννιούνται παιδιά μαγεμένα και ότι το αντρόγυνο μαλώνει σ’ όλη του τη ζωή. (Πρβλ. «ντού Μα’ δε γκάνουμ’ γάμ’, γιατί γίν’ντιν μαγιμένα τα πιδγιά κι μαλών’ τα αντρόγυνα»).
Αποφεύγουν επίσης να κάνουν γάμους το Φεβρουάριο, γιατί είναι «κ’τσουφλέβαρους» (πρβλ. «ντού κ’τσουφλέβαρου δε γκάνουμ’ γάμ’. Η μήνας δεν είνι καλός, είνι κ’τσός»).
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
Ύστερα από τις «γιαρ’βώνις», τόσο στο σπίτι του γαμπρού, όσο και της νύφης επισπεύδονται, όπως είναι φυσικό, οι διάφορες εργασίες, αφού την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα πρέπει όλα να είναι έτοιμα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τις τελευταίες αυτές πριν από το γάμο μέρες βοηθούν τις δυό οικογένειες πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Περισσότερο δε βοηθούν την οικογένεια τής νύφης πού έχει τις πιο πολλές δουλειές και φροντίδες. (Ετοιμάζουν τα αμύγδαλα τα αμυγδαλωτά, στρώνουν, σιδερώνουν, ζυμώνουν, ψήνουν τα ψωμιά κτλ.).
Η νύφη συνήθως δε δουλεύει, αλλά παρακολουθεί και δίνει οδηγίες στις άλλες γυναίκες. Οι πολύ δουλευτάρες όμως όχι μόνο αποφεύγουν να δίνουν οδηγίες και εντολές, αλλά δουλεύουν και μάλιστα εντατικά για να τελειώσουν όσο γίνεται πιο γρήγορα οι δουλειές.
Όλες αυτές οι δουλειές (στρωσίματα, σιδερώματα κτλ.) γίνονται την τελευταία πριν από το γάμο εβδομάδα και κυρίως τις τρεις πρώτες μέρες (Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη), γιατί από την Πέμπτη κι’ ύστερα αρχίζουν άλλες πιο βαριές δουλειές (το ζύμωμα και το ψήσιμο των ψωμιών, η ετοιμασία και το ψήσιμο των γλυκών κτλ.).
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 514-515.
Ετικέτες
γάμος,
ήθη και έθιμα,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
λαογραφία,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
17/5/10
ΙΜΒΡΙΑΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (Επιλογή)
αγαλιά: ο σκίουρος
αθύμαρους: το θυμάρι
αλόρτους: όρθιος
άλ'πας: γη φτωχή και άκαρπη
ανημπουράδα: ασθένεια
απανουμιά: απάνεμο μέρος
απ'κάζου: μυρίζομαι
αραγίδα: νεράιδα
ασγαλώνω: σκαλώνω, κρεμάζομαι
β'νιά: κοπριά
ζαίνου: βρωμώ
ζούμπιρα: τα ζώα
κατράγκαθους: αράχνη
κατσιπουδιά: κακοτυχία, αναποδιά
κούτλους: χωρίς κέρατα
κουτσνίδα: τσουκνίδα
κρατούνα: νεροκολοκύθα
μάνι-μάνι: γρήγορα
μουντέρνω: ορμώ, επιτίθεμαι
μπόλι: ελιά (το δέντρο)
ξισιάζου: περιποιούμαι
ξιταφώνου: εξολοθρεύω
τραπουδίζω: βάζω τρικλοποδιά
τρόχαλος: μάντρα πέτρινη, τοίχος
ψιακή: πικρή, δηλητήριο
γουρτζέλι: γουρουνάκι
Πηγή: Kokkinakis service
αθύμαρους: το θυμάρι
αλόρτους: όρθιος
άλ'πας: γη φτωχή και άκαρπη
ανημπουράδα: ασθένεια
απανουμιά: απάνεμο μέρος
απ'κάζου: μυρίζομαι
αραγίδα: νεράιδα
ασγαλώνω: σκαλώνω, κρεμάζομαι
β'νιά: κοπριά
ζαίνου: βρωμώ
ζούμπιρα: τα ζώα
κατράγκαθους: αράχνη
κατσιπουδιά: κακοτυχία, αναποδιά
κούτλους: χωρίς κέρατα
κουτσνίδα: τσουκνίδα
κρατούνα: νεροκολοκύθα
μάνι-μάνι: γρήγορα
μουντέρνω: ορμώ, επιτίθεμαι
μπόλι: ελιά (το δέντρο)
ξισιάζου: περιποιούμαι
ξιταφώνου: εξολοθρεύω
τραπουδίζω: βάζω τρικλοποδιά
τρόχαλος: μάντρα πέτρινη, τοίχος
ψιακή: πικρή, δηλητήριο
γουρτζέλι: γουρουνάκι
Πηγή: Kokkinakis service
Ετικέτες
γλωσσικό ιδίωμα,
διαλεκτολογία,
διάλεκτος,
ιμβριακός,
Ίμβρος,
λεξιλόγιο,
Μικρά Ασία
14/5/10
ΓΑΜΗΛΙΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ (Η ΠΡΟΙΚΑ)
Αναφέραμε πιο πάνω, μιλώντας για την κατάλληλη για γάμο ηλικία, ότι οι κοπέλες αρραβωνιάζονται κατά κανόνα αφού συμπληρώσουν το 17ο χρόνο τής ηλικίας τους. Ο γονείς τους όμως φροντίζουν να ετοιμάσουν το μεγαλύτερο τουλάχιστο μέρος τής προίκας πολύ νωρίτερα, συνήθως μόλις τα κορίτσια τους συμπληρώσουν τα δέκα χρόνια. Και, φυσικά, όσο περνούν τα χρόνια, άλλο τόσο μεγαλώνουν και ο φροντίδες των γονέων για την ολοκλήρωση τής προίκας. Ύστερα μάλιστα από τις «γιαρ’βώνις» επισπεύδουν τις ετοιμασίες, ώστε η μέρα του γάμου να είναι έτοιμη όλη η προίκα, πού υποσχέθηκαν να δώσουν στους νεονύμφους.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Συνήθως για προίκα δίνουν: Χωράφια, «λουστάσια» (χωράφια με ελαιόδεντρα), αμπέλια, ένα τουλάχιστο σπίτι, διάφορα οικιακά ζα (πρόβατα, «γαϊδάρους» κτλ.), «ρουχικά» (κουβέρτες, κιλίμια κτλ.), στρώματα, «κατσιές» (εγχώριες μάλλινες κουβέρτες υφασμένες στον αργαλειό) κτλ. Οι πλούσιοι, βέβαια, συνήθως δίνουν και μετρητά.
Αν η νύφη δεν έχει κανένα αδερφό, τότε οι γονείς της δίνουν για προίκα και το «ντάμι». Εφόσον όμως έχει έστω και έναν αδερφό, το «ντάμι» κανονικά ανήκει σ’ αυτόν.
Όταν η νύφη είναι πρωτοπαίδι (πρωτότοκος), συνήθως οι γονείς της δίνουν μεγαλύτερη προίκα. Αφήνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ελεύθερο το γαμπρό να διαλέξει ό,τι θέλει. Αν όμως ζητήσει περισσότερα από όσα αξίζει, τότε μπορεί να χαλάσει και το συνοικέσιο ακόμη. (Πρβλ. «άμα η θατέρα είνι προυτουπαίδ’, τότι η νταντά τ’ς νύφς’ βάζ’ τού γαμπρό στου διαλόι. Άμα όμους η γαμπρός γυρέψ’ παραπάν’ απού τ’ν αξιά τ’, ντού δίν’ τα κατουρ’μένα τ’ κι φεύγ’»).
Κάθε κορίτσι για να παντρευτεί, πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ιδιαίτερο σπίτι. Γ’ αυτόν το λόγο οι γονείς πού έχουν κορίτσια είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν για το καθένα ξεχωριστό σπίτι. Αν μάλιστα συμβεί να μην είναι έτοιμο το σπίτι τη μέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος, τότε αναγκαστικά αναβάλλεται η τέλεσή του, αφού στο νέο σπίτι πρόκειται να εγκατασταθεί το νέο ζευγάρι, οι νεόνυμφοι, αμέσως μετά η στέψη.
Αν ένας πατέρας έχει περισσότερες από μία θυγατέρες, τότε το πατρικό σπίτι μένει στη μικρότερη θυγατέρα. Μετά το γάμο της οι γονείς χτίζουν ένα μικρό σπίτι για τα γηρατειά τους. Γι’ αυτό το λόγο το σπίτι αυτό το λένε «γ έ ρ ι κ ο».
Όσα ισχύουν για τις κανονικές θυγατέρες, ισχύουν και για τις υιοθετημένες κοπέλες.
Πηγή: Α.Σ. Μπαϊκάμης 1979: "Γαμήλια έθιμα της Ίμβρου", Γ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού Χώρου, Θεσσαλονίκη (ΙΜΧΑ): 513-514.
Ετικέτες
αρραβώνας,
γάμος,
ήθη και έθιμα. λαογραφία,
Ίμβρος,
λαϊκός πολιτισμός,
Μικρά Ασία,
Μπαϊκάμης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)